SIR STEVEN RUNCIMAN – Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

SIR STEVEN RUNCIMAN
Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

«Χαίρομαι μέ τή σκέψη ὅτι στά ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θά εἶναι  ἡ μόνη ἱστορική Ἐκκλησία πού θά ὑφίσταται».

Ὁ ἄνθρωπος πού κατάφερε σέ μεγάλο βαθμό νά ἀπαλλάξει τήν εἰκόνα τοῦ Βυζαντίου  ἀπό τό στίγμα, πού τήν ἐννοοῦσε ὡς περίοδο παρακμῆς, διαφθορᾶς  καί δολοπλοκίας, ὁ ἄνθρωπος πού  συσχέτισε τή μεσαιωνική ἔκφανση  τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τή σύγχρονη Ἑλλάδα («δέν νομίζω ὅτι οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι περισσότερο Ἕλληνες ἀπό τούς Βυζαντινούς!»), ὁ ἄνθρωπος πού κέρδισε παγκόσμια φήμη παρουσιάζοντας τούς μέχρι πρότινος «ἱππότες» Σταυροφόρους ὡς «βαρβάρους», πού λεηλάτησαν τήν Κωνσταντινούπολη, ἦταν Βρετανός. Ὁ ἱστορικός, συγγραφέας, ἀκούραστος περιηγητής καί σαγηνευτικός ἀφηγητής σέρ Στίβεν Ράνσιμαν γεννήθηκε στίς 7 Ἰουλίου τοῦ 1903 στή Βόρεια Ἀγγλία καί ἔζησε 97 χρόνια, γιά νά συνδεθεῖ καί νά ἀγαπήσει ὅσοι λίγοι τή χώρα μας. Μία ἀπό τίς πρῶτες εἰκόνες, πού θυμᾶται, ἦταν, ὅταν εἶδε ἀπό τή θαλαμηγό τοῦ παπποῦ του, τόν βράχο τῆς Μονεμβασιᾶς νά ἀναδύεται ἀπό τή θάλασσα μέ τό βυζαντινό κάστρο στήν κορυφή του. Ἦταν τότε 21 ἐτῶν, σπουδαστής στό Κέιμπριτζ, ἤδη γνώστης τῆς ἑλληνικῆς, τήν ὁποία διδάχθηκε ἀπό τήν ἡλικία τῶν ἑπτά χρόνων καί ἀφοῦ εἶχε μάθει γαλλικά καί λατινικά. Ὁ γιός τῶν Φιλελεύθερων νομικῶν μέ ἔντονη πολιτική δραστηριότητα (οἱ γονεῖς του ἦταν τό πρῶτο ζευγάρι πού κάθισε μαζί στή Βουλή τῶν Κοινοτήτων) σέ καμιά περίπτωση δέν ἦταν ἕνα συνηθισμένο ἀγόρι. Γλωσσομαθής, γοητευτικός, μέ κοινωνικές γνωριμίες, ὁ νεαρός Στίβεν γινόταν τό ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς κάθε συντροφιᾶς. Προτοῦ κλείσει τά 30 του χρόνια ἦταν ἤδη καθηγητής Πανεπιστημίου στό Κέιμπριτζ ὡς βυζαντινολόγος. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν στά ταξίδια καί στήν ἔρευνα, ὡς «περιπλανώμενος λόγιος».

Ἀρχίζει τά ταξίδια σέ ὅλο τόν κόσμο, σέ μία ἐποχή πού ὁ τουρισμός  δέν ἔχει ἀκόμη ἐφευρεθεῖ καί  συναντᾶ ἀνθρώπους μυθικούς: ἀπό  τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο ὡς τόν  Πού Γί, τόν τελευταῖο αὐτοκράτορα  τῆς Κίνας. Ὅταν ξεσπᾶ ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τοποθετεῖται ἀκόλουθος Τύπου στή Σόφια, φυγαδεύεται ἐν συνεχείᾳ στό Κάιρο, μεταβαίνει στά Ἱεροσόλυμα καί ὕστερα ἀπό πρόσκληση τῆς Τουρκίας πηγαίνει στήν Κωνσταντινούπολη. Σέ συνέντευξή του στό «Βῆμα» τό 1997 διηγήθηκε, πῶς βρέθηκε στήν πόλη τῶν μελετῶν του. «Ὁ πρόεδρος Ἰνονού περπατοῦσε στήν πόλη καί ρωτοῦσε γιά διάφορα κτίρια, πού ἔβλεπε, καί οὐδείς γνώριζε νά τοῦ πεῖ τίποτε περισσότερο πέραν τοῦ ὅτι ἦταν Βυζαντινά. Πρόσταξε, λοιπόν, νά τοῦ βροῦν ἀμέσως ἕναν καθηγητή. Ὁ ἄγγλος πρόξενος στήν Τουρκία ἔτυχε νά εἶναι μαθητής μου καί ἔτσι βρέθηκα νά ὀργανώσω ἕδρα Βυζαντινῶν Σπουδῶν στό Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινούπολης».

 Τρία χρόνια ἀπό τό 1942 ὡς τό 1945 ὁ Στίβεν Ράνσιμαν διδάσκει στό λίκνο τοῦ μεσαιωνικοῦ ἑλληνισμοῦ Βυζαντινή Ἱστορία καί Τέχνη. Τό 1945 ἔρχεται στήν Ἑλλάδα, γιά νά διευθύνει δύο χρόνια τό Βρετανικό Συμβούλιο καί νά γνωρίσει, μεταξύ ἄλλων, τόν Γιῶργο Σεφέρη, τόν Ἄγγελο Σικελιανό καί τόν Δημήτρη Χόρν.

Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν χρίζεται ἱππότης τό 1958 ἀπό  τή βασίλισσα Ἐλισάβετ καί δίνει  διαλέξεις σέ ὅλα τά μεγάλα πανεπιστημιακά ἱδρύματα τοῦ κόσμου. Ὅσοι εἶχαν  τήν τύχη νά τόν ἀκούσουν, συμφωνοῦν  ὅτι ἦταν ἕνας ἀξέχαστος ὁμιλητής, ὅπως γιά παράδειγμα ὅταν διηγοῦνταν μέ μελαγχολία ἀλλά καί σπαραγμό τίς τελευταῖες στιγμές μίας χιλιόχρονης αὐτοκρατορίας, καταδικασμένης νά χαθεῖ, ἀλλά πολύ περήφανης γιά νά παραδοθεῖ. Συνεργάζεται ἐπίσης μέ τό Βρετανικό Μουσεῖο, τό Μουσεῖο Βικτόρια καί Ἄλμπερτ, τή βιβλιοθήκη τοῦ Λονδίνου καί τιμᾶται μέ πολυάριθμα πανεπιστημιακά διπλώματα, ἐνῶ καί ἡ Ἑλλάδα τοῦ ἀναγνωρίζει τή συμβολή του στή μετάδοση μίας εἰκόνας θετικῆς γιά τήν ἀπό πολλούς παραγνωρισμένη περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας : ὁ ἴδιος ἔχει τιμηθεῖ μέ τό χρυσό μετάλλιο τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν (1990), δρόμοι στόν Μυστρᾶ καί στή Μονεμβασιά φέρουν τό ὄνομά του, ἐνῶ στήν ἀπονομή τῶν βραβείων Ὠνάση τό 1997 ὁ σέρ Στίβεν Ράνσιμαν μοιράζεται τό βραβεῖο γιά τόν Πολιτισμό μέ τήν κυρία Ντόλυ Γουλανδρή.  Καί μέ μία κίνηση συμβολική διαθέτει τό χρηματικό ἔπαθλο, πού τό συνοδεύει, γιά τήν ἀναστήλωση τοῦ βυζαντινοῦ πύργου τοῦ Πρωτάτου στό Ἅγιον Ὅρος.

Ὁ «προπαγανδιστής» αὐτοῦ του κομβικοῦ μέρους τῆς  ἱστορίας μας ἦταν πολυγραφότατος. Τήν ἐκπληκτική μονογραφία του γιά τόν «Αὐτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό καί τή βασιλεία του» (1929) ἀκολούθησαν, μεταξύ ἄλλων, «Τό πρῶτο βουλγαρικό κράτος» (1930), «Βυζαντινός πολιτισμός» (1993) καί ἡ τρίτομη «Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν» (1951, 1954),  τό γνωστότερο ἔργο του, πού ἄλλαξε τήν ἀντίληψη τοῦ δυτικοῦ κόσμου γιά τίς Σταυροφορίες, κλίνοντας «σαφῶς πρός τήν πλευρά τοῦ Βυζαντίου ἔναντι τῆς μισαλλοδοξίας καί τοῦ πλιάτσικου στό ὁποῖο ἐπιδιδόταν ἡ Δύση», ὅπως ἔγραψε ἡ ἐφημερίδα «The Times». Σημαντικά ἔργα του ἐπίσης εἶναι «Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (1965), «Βυζαντινή  θεοκρατία» (1977) καί ἄλλα.

Ὁ σέρ  Στίβεν Ράνσιμαν δέν παντρεύτηκε  ποτέ καί ἔφυγε πλήρης ἡμερῶν τό φθινόπωρο τοῦ 2000. Ἡ ζωή του κύλησε περίπου ὅπως ὁ ἴδιος ὅρισε τήν ἱστορία. «Δέν εἶναι μία σειρά λιμνοῦλες μέ στάσιμα νερά, ἀλλά ἕνας ποταμός πού τρέχει ἀσταμάτητα καί ὁρμητικά». 

Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ 

Ἡ ἄλλοτε ξεχασμένη κι ἄλλοτε ὑποτιμημένη βυζαντινή ἱστορία – γιά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνες καθετί βυζαντινό αὐτομάτως ἐντασσόταν στό χῶρο τοῦ σκοταδισμοῦ – ἔγινε, εὐτυχῶς, κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἀντικείμενο σοβαρῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Οἱ ἱστορικοί, πολλοί μάλιστα ἀπό αὐτούς ἐντάσσονται στούς κύκλους τῶν διανοουμένων, πού ἀνέλαβαν ὄχι μόνο νά γεφυρώσουν τό «ἀναμέσον χάσμα» μεταξύ τοῦ Ἀρχαίου καί Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἔτσι χαρακτήριζε τό Βυζάντιο ὁ Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς στόν 19ο αἰώνα, ἀλλά καί νά ἀποκαταστήσουν τή βυζαντινή οἰκουμένη, ἀποτελοῦν σήμερα ἀξιοσέβαστο πεδίο μελέτης καί κατανόησης αὐτῆς τῆς πολυεπίπεδης καί σύνθετης ἱστορικῆς διαδικασίας, πού ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.

Σήμερα  τό Βυζάντιο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό προσφιλῆ θέματα τοῦ ἐπιστημονικοῦ  κόσμου. Ἐπιστήμονες διεθνοῦς κύρους, ἱστορικοί, θεολόγοι, ἱστορικοί τῆς τέχνης, νομικοί, ὁμολογοῦν καί τεκμηριώνουν τήν σπουδαιότητα καί τή γενναία συμβολή τοῦ βυζαντινοῦ κοσμοειδώλου, στόν σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, ἀναφερόμενες στήν πολιτική, τήν κοινωνική, τή διοικητική, τή στρατιωτική καί ἐκκλησιαστική ἱστορία του, ἀναιροῦν προγενέστερες πλάνες καί ἀναγνωρίζουν τόν πολιτισμό τῶν βυζαντινῶν, ὡς τόν παράγοντα ἐκεῖνο πού διαδραμάτισε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἀνάπτυξη τόσο τῆς Ἀνατολικῆς, ὅσο καί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.

Ο Sir Stenen Ransiman, τόν ὁποῖο ἡ ἐπιστημονική κοινότητα, πρίν λίγο καιρό ἔχασε, ἀποτέλεσε  φωτεινό παράδειγμα, ἀκραιφνοῦς καί  ἐμβριθέστατου ἱστορικοῦ βυζαντινολόγου ἐπιστήμονα. Ὄλβιος δημιουργός, ἔγινε  γιά τίς διεθνεῖς ἱστορικές σπουδές  τό μέγα ἀγκωνάρι. Ὡς ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους βυζαντινολόγους κατάφερε κι ἔσυρε ἀπό τή λήθη, ὅ,τι θαυμαστό εἶχε νά ἐπιδείξει τό Βυζάντιο. Τό πολυσχιδές ἔργο του, πράγματι, ἀποτελεῖ μία τεκμηριωμένη καταγραφή, ἀλλά καί ἑρμηνεία τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας. Ἄν κάτι ἀφήνουν τά γραφτά του, εἶναι τό γεγονός ὅτι εἶδε τό Βυζάντιο ὡς μία συμπαγῆ ἱστορική ἑνότητα, τήν ὁποία ἀμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στίς ἑπόμενες γενιές τῶν ἱστορικῶν τόν τρόπο, ἀκόμη πιό στοχαστικά νά τό μελετήσουν.

Πρέπει  σοβαρά νά λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι  ὁ Ransiman μελέτησε τό Βυζάντιο ὑπό τό πλαίσιο τῶν τριῶν συντεταγμένων  πού ὁριοθέτησαν τή χιλιετῆ μοίρα  τῆς θεοκρατικῆς αὐτοκρατορίας του: τόν ἑλληνισμό, τή ρωμαϊκή νομοθεσία καί τήν Ὀρθοδοξία· αὐτό δηλαδή τό περιεχόμενο πού οὐσιαστικά διαμόρφωσε τήν πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τή διεργασία, πού ἄρχισε τόν 4ο καί συνεχίστηκε ἕως τά μέσα τοῦ 15ου αἰώνα, ὁ Ransiman κατάφερε νά μᾶς τήν κληροδοτήσει δίχως νά φαντάζει μακρινή καί ξένη.

Μέ  ἀσκητικό βλέμμα, ὁ μέγιστος αὐτός  βυζαντινολόγος, εἶδε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία καί τόν γοήτευσε. Στούς κόλπους ἀνοίχθηκε μέ διάθεση. Καί γι’ αὐτήν ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε: «οἱ Ἕλληνες ἔχουν μία κληρονομιά γιά τήν ὁποία μποροῦν νά αἰσθάνονται περήφανοι, μία κληρονομιά πού δέν πρέπει νά χαθεῖ μέσα στίς ἐναλλασσόμενες ὑλικές καταστάσεις. Στούς σκοτεινότερους αἰῶνες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία, παρ’ ὅλες τίς πολλές δυσκολίες, τίς πολλές ἀπογοητεύσεις καί αὐτές ἀκόμη τίς ταπεινώσεις, μπόρεσε ὄχι μόνο νά προσφέρει πνευματική ἀνακούφιση ἀλλά καί νά συντηρήσει καί διατηρήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ μοντερνιστές ἔχουν συχνά ὑποτιμήσει τό ρόλο της ὑπογραμμίζοντας τό κενό, τό χάσμα πού ὑπάρχει μεταξύ του ἀρχαίου καί χριστιανικοῦ κόσμου. Ἀλλά τό χάσμα δέν εἶναι ἀγεφύρωτο. Οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διέσωσαν πολλά ἀπό τά πιό ὡραία, πού εἶχε ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦμα, καί τά παρέδωσαν στήν Ἐκκλησία ὡς αὐτή τήν ἡμέρα. Ὁ ἐθνισμός μπορεῖ νά γίνει κακό πράγμα. Ὅμως ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας, πού νά μήν βασίζεται σέ φιλόδοξο σωβινισμό ἀλλά σέ μία μακριά παράδοση πολιτιστικῶν ἀξιῶν, εἶναι ζήτημα γιά νόμιμη καύχηση καί περηφάνια».

Στό πρόσωπο  τοῦ Ransiman τό ἀγγλόφωνο και, κατ’ ἐπέκταση, τό διεθνές ἐπιστημονικό κοινό ἀνακάλυψε τό Βυζάντιο καί ἀφύπνισε ἀπό τήν κατάκριση πού δύο αἰῶνες πρίν ὁ Edward Gibbon ἔκανε γι’ αὐτό, χαρακτηρίζοντας τή χιλιόχρονη ἱστορία του ὡς «θρίαμβο τῆς βαρβαρότητας καί τῆς θρησκείας». Εἶναι μακρύς ὁ κατάλογος τῶν μελετῶν καί τῶν αὐτοτελῶν βιβλίων του πάνω στά ὁποῖα σήμερα, ὅσοι ἐπιζητοῦν τή ψηλάφηση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, μποροῦν χωρίς κανένα δισταγμό νά προσφύγουν. Καί μόνο μία ἁπλή παράθεση τῶν τίτλων, πού εὔκολα θά μποροῦσε κανείς νά κάμει, ἀνατρέχοντας σέ ἐνημερωμένες ἰδιωτικές καί δημόσιες βιβλιοθῆκες, μαρτυρεῖ τήν ἐμμονή του γιά ἐμφάνιση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ὡς μείγματος διαποτισμένου μέ κάλλος καί θαυμασμό.

Στό σύνολό του τό ἔργο τοῦ Ransiman, ἰχνογραφεῖ καί διαφωτίζει τή βυζαντινή ἱστορία μέσα ἀπό τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων, τήν ποικιλία τῶν θεσμῶν, τῶν τρόπων σκέψης καί τῶν πολιτισμικῶν ἐκφράσεών του. Ἀρκετό ἀπό τό συγγραφικό ἔργο του, μεταφρασμένο στήν ἑλληνική, προσκαλεῖ κάθε φιλοβυζαντινό ἀναγνώστη σέ πραγματική θέαση τοῦ ἐπιφανοῦς μεσαιωνικοῦ κόσμου. Ὡς κλασικός ἱστορικός, ὁ Ransiman ἐπιμελῶς ἐπιστρέφει στίς βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μία σύνθετη εἰκόνα τῆς πολιτιστικῆς, κοινωνικῆς, καί πολιτικῆς δομῆς τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Γιά τό λόγο αὐτό, οἱ νεότεροι βυζαντινολόγοι, θά πρέπει νά τοῦ εἶναι εὐγνώμονες, γιατί δημιούργησε τήν πιό ἔγκυρη καί περιεκτική ἱστορική ἐπισκόπηση τῆς βυζαντινῆς περιόδου.

………………………………………………………..

Ἡ συνέντευξη πού ἀκολουθεῖ δόθηκε ἀπό τό σέρ Στῆβεν Ράνσιμαν, στό Ἐλσισιλντς τῆς Σκωτίας, στόν πατρογονικό πύργο  του, τόν Ὀκτώβρη τοῦ 1994, γιά λογαριασμό τῆς ΕΤ3 στίς δημοσιογράφους Χρύσα Ἀράπογλου καί Λαμπρινή Χ. Θωμά. Γιά τεχνικούς λόγους, δέν «βγῆκε» ποτέ στόν ἀέρα. Καί οἱ δύο δημοσιογράφοι θεωροῦν τή συνέντευξη αὐτή ἀπό τίς πιό σημαντικές της καριέρας τους, μία καί ἀνήκει στό εἶδος τῶν «συζητήσεων» πού σέ διαμορφώνουν καί δέν ξεχνᾶς ποτέ. Θεωροῦν ὅτι πρέπει νά δεῖ τό φῶς τῆς δημοσιότητας, ἔστω καί μέ μία τόσο θλιβερή ἀφορμή, ὅπως ὁ θάνατος τοῦ μεγάλου φιλέλληνα.

Δημοσιογράφος: Πῶς νοιώθει ἕνας ἄνθρωπος πού ἀσχολεῖται τόσο χρόνια μέ τό Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

Ράνσιμαν: Δύσκολο νά ἀπαντήσω. Τό ἐνδιαφέρον μου ποτέ δέν ἐξανεμίστηκε. Ὅταν ἄρχισα νά μελετῶ τό Βυζάντιο, ὑπῆρχαν  πολλοί λίγοι ἄνθρωποι σ’ αὐτή τή χώρα (σ.σ. τή Μεγάλη Βρετανία) πού ἐνδιαφέρονταν, ἔστω καί ἐλάχιστα, γιά τό Βυζάντιο. Μ’ ἀρέσει νά πιστεύω πώς «δημιούργησα» ἐνδιαφέρον γιά τό Βυζάντιο. Αὐτό πού μέ ἱκανοποιεῖ, ἰδιαίτερα σήμερα, εἶναι ὅτι πλέον ὑπάρχουν ἀρκετοί, πολλοί καλοί ἐκπρόσωποι (σ.σ. τῆς σπουδῆς τοῦ Βυζαντίου) στή Βρετανία. Μπορῶ νά πῶ ὅτι αἰσθάνομαι πατρικά ἀπέναντί τους. Εἶμαι εὐτυχής, λοιπόν, πού ἐπέλεξα τό Βυζάντιο ὡς τό κύριο ἱστορικό μου ἐνδιαφέρον.

Δ: Κι ἦταν ἑλκυστικό γιά σᾶς ὅλα  αὐτά τά χρόνια;

Ρ: Πιστεύω  πώς κάθε γεγονός τῆς ἱστορίας, ἄν ἀρχίσεις νά τό μελετᾶς σέ βάθος, μπορεῖ νά γίνει συναρπαστικό. Τό δέ Βυζάντιο τό βρίσκω ἐξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ἦταν ἕνας αὐθύπαρκτος πολιτισμός. Γιά νά μελετήσεις τό Βυζάντιο, πρέπει νά μελετήσεις τήν τέχνη, νά μελετήσεις τή θρησκεία, νά μελετήσεις ἕναν ὁλόκληρο τρόπο ζωῆς, πού εἶναι πολύ διαφορετικός ἀπό τόν σημερινό.

Δ: Καλύτερος  ἤ χειρότερος;

Ρ: Κοιτάξτε…. Δέν εἶμαι σίγουρος ἄν θά μοῦ  ἄρεσε νά ζήσω στούς βυζαντινούς  χρόνους. Δέν θά μοῦ ἄρεσε, λόγου χάριν,  νά ἀφήσω γένια. Ὡστόσο, στό Βυζάντιο εἶχαν ἕναν τρόπο ζωῆς πού ἦταν καλύτερα δομημένος. Ἄλλωστε, ὅταν ἔχεις ἔντονο θρησκευτικό συναίσθημα, ἡ ζωή σου «μορφοποιεῖται» κι εἶναι πολύ πιό ἱκανοποιητική ἀπό τή σημερινή, ὅπου κανείς δέν πιστεύει σέ τίποτε ἀρκετά.

Δ: Ἄρα  ἦταν μία θρησκευτική Πολιτεία;

Ρ: Ἦταν ἕνας πολιτισμός, στόν ὁποῖο ἡ  θρησκεία ἀποτελοῦσε μέρος τῆς  ζωῆς.

Δ: Καί  στούς ἕντεκα αὐτούς αἰῶνες;

Ρ: Νομίζω ὅτι ὁ κόσμος μιλᾶ γιά τό Βυζάντιο λές κι παρέμεινε τό ἴδιο, ἕνας πολιτισμός ἀμετάβλητος κατά τή διάρκεια ὅλων αὐτῶν τῶν αἰώνων. Εἶχε ἀλλάξει  πολύ ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος  του, ἄν καί κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεῖα κράτησαν σέ ὅλη τή διάρκειά του, ὅπως τό θρησκευτικό αἴσθημα. Μπορεῖ νά διαφωνοῦσαν γιά θρησκευτικά ζητήματα ἀλλά πίστευαν ὅλοι, κι αὐτό τό αἴσθημα εἶναι μόνιμο. Ὁ σεβασμός, ἡ ἐκτίμηση στίς τέχνες, ὡς ἐκεῖνες πού εὐχαριστοῦν τό Θεό, κι αὐτά διατηρήθηκαν. Κι ἔτσι, παρ’ ὅτι οἱ μόδες ἄλλαζαν, ἡ οἰκονομική κατάσταση ἄλλαζε, οἱ πολιτικές καταστάσεις ἄλλαζαν, ὑπῆρχε μία ἀκεραιότητα πολύ ἐνδιαφέρουσα μέσα στό σύνολο.

Δ: Μιλᾶμε γιά θρησκεία κι ἠθική. Τό Βυζάντιο πολλοί τό θεωροῦν μία περίοδο  πολέμων, δολοφονιῶν, δολοπλοκιῶν, «βυζαντινισμῶν»  πού οὐδεμία σχέση εἶχε μέ τήν  ἠθική.

Ρ: Γίνονταν καί τότε πολλοί φόνοι, ἀλλά δέν  ὑπάρχει περίοδος  τῆς ἱστορίας πού αὐτοί νά λείπουν. Κάποτε ἔδινα  μία διάλεξη στίς Η.Π.Α. καί στό  ἀκροατήριό μου ἦταν κι ἡ κόρη τοῦ  προέδρου Τζόνσον, πού μελετοῦσε  τό Βυζάντιο. Ἦρθε στή διάλεξη μέ δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους πού τήν πρόσεχαν. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἀγαποῦν τή βυζαντινή ἱστορία, γιατί εἶναι γεμάτη φόνους καί φαντάζει σάν σχολικό μάθημα (homework). Εἶχα τό τάκτ νά μήν τῆς πῶ ὅτι, ὡς τότε, τό ποσοστό τῶν ἀμερικανῶν προέδρων πού εἶχαν δολοφονηθεῖ ἦταν πολύ μεγαλύτερο σέ σχέση μέ τά χρόνια ὕπαρξης τῶν Η.Π.Α.  ἀπό τό ποσοστό τῶν δολοφονημένων βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων στή διάρκεια τῆς αὐτοκρατορίας. Οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν νά δολοφονοῦν.

Δ: Γράφετε  στό Βυζαντινό πολιτισμό ὅτι  δέν ὑπῆρχε θανατική ποινή στό  Βυζάντιο.

Ρ: Ὄντως, δέν σκότωναν. Καί ἡ μεγάλη διαφορά  φαίνεται στούς πρώτους χρόνους. Ὅταν ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ἔγινε  χριστιανική, μία ἀπό τίς βασικότερες  ἀλλαγές ἦταν νά σταματήσουν οἱ μονομαχίες, νά μήν πετοῦν πιά ἀνθρώπους στά λιοντάρια κι ὅλα τά σχετικά. Ἡ αὐτοκρατορία ἔγινε πολύ πιό ἀνθρωπιστική. Καί πάντα ἀπέφευγαν, ὅσο μποροῦσαν, τή θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αὐτοκράτορες κατέφευγαν σέ αὐτή, ἀλλά οἱ περισσότεροι χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἐσχάτη τιμωρία, μία μέθοδο πού σήμερα μᾶς φαίνεται ἀποτρόπαια: τόν ἀκρωτηριασμό κάποιας μορφῆς. Ἀλλά μοῦ φαίνεται ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι θά προτιμοῦσαν νά τούς κόψουν π.χ. ἕνα χέρι, παρά νά τούς θανατώσουν.

Δ: Ὑπάρχει  ἐδῶ καί καιρό ἕνας διάλογος ἀνοικτός στήν Ἑλλάδα. Ὑπάρχουν σύγχρονοι  Ἕλληνες διανοούμενοι πού ὑποστηρίζουν ὅτι τό Βυζάντιο δέν ἀξίζει νά μελετηθεῖ  ἰδιαίτερα, ὅτι δέν δημιούργησε τίποτε, ὅτι εἶχε σχολιαστές τῶν γραφῶν κι ὄχι διανοούμενους. Μέ μία φράση «δέν ἦταν καί τίποτε ἀξιομνημόνευτο».

Ρ: Νομίζω ὅτι αὐτοί οἱ Ἕλληνες εἶναι  πολύ ἄδικοι μέ τούς βυζαντινούς τους προγόνους. Δέν ἦταν μία κοινωνία χωρίς διανοούμενους, ἀρκεῖ νά δεῖς τή δουλειά καί τήν πρόοδο τῆς βυζαντινῆς ἰατρικῆς. Μπορεῖ νά μήν συμπαθεῖ κάποιος τή θρησκεία, ἀλλά μερικοί ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς, ὅπως οἱ Καπαδόκες πατέρες καί πολλοί ἀκόμη ὡς τόν Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἦταν ἄνθρωποι μοναδικῆς πνευματικότητας…. Ὑπῆρχε ἔντονη διανόηση καί πνευματική ζωή στό Βυζάντιο. Κυρίως δέ, στό τέλος τῶν βυζαντινῶν χρόνων, π.χ. στήν Παλαιολόγεια περίοδο. Εἶναι ἀρκετά περίεργο πώς, τήν ὥρα πού ἡ αὐτοκρατορία συρρικνωνόταν, ἡ διανόηση ἦταν πιό ἀνθηρή ἀπό ποτέ.

Δ: Κάποιοι  ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι δέν  εἶχε τέχνη.

Ρ: Τότε αὐτοί δέν πρέπει νά ξέρουν τίποτε ἀπό τέχνη. Ἡ βυζαντινή τέχνη  ἦταν ἀπό τίς μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας ἀρχαῖος  Ἕλληνας δέν θά μποροῦσε νά χτίσει τήν Ἁγία Σοφία, αὐτό ἀπαιτοῦσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ βυζαντινή τέχνη εἶναι στατική. Δέν ἦταν καθόλου στατική, ἀλλά ἦταν μία σχολή τέχνης ἀπό τίς σημαντικότερες στόν κόσμο, πού, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, ἐκτιμᾶται ὅλο καί περισσότερο, κι ὅσοι ἕλληνες διανοούμενοί σας λένε ὅτι τό βυζάντιο δέ δημιούργησε τίποτε, εἶναι τυφλοί.

Δ: Ἄρα, ὅσοι χαρακτηρίζουν «ἁπλή μίμηση κι ἀντιγραφή» τή βυζαντινή τέχνη, μᾶλλον σφάλλουν.   

Ρ: Ἄν κάνεις κάτι ἄριστα, μπορεῖς νά τό ἐπαναλάβεις ἄριστα. Ἀλλά ὑπῆρχαν  πάντα διαφορές. Βλέποντας μία  εἰκόνα μποροῦμε νά τή χρονολογήσουμε, ἄν ἦταν ὅλες ἴδιες, αὐτό δέν θά συνέβαινε. Ὑπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις πού διατηροῦνταν, ἀλλά ἡ τέχνη αὐτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα. «Κόλλησε» καί παρέμεινε ἡ ἴδια μετά τήν πτώση τῆς «Τουρκοκρατίας», διότι ἔλειπαν ἀπό τή χώρα σας οἱ φωτισμένοι χορηγοί. Ἡ τέχνη τῶν Παλαιολόγων εἶναι πολύ διαφορετική ἀπό τήν Ἰουστινιάνεια. Φυσικά, εἶχε καί ἀναλογίες, ἀλλά δέν ἦταν μιμητική. Τά πράγματα εἶναι ἁπλά: οἱ ἄνθρωποι πού κατατρέχουν τό Βυζάντιο ποτέ δέν τό μελέτησαν, ξεκίνησαν μέ προκαταλήψεις ἐναντίον του. Δέν γνωρίζουν τί κατόρθωσε, τί ἐπετεύχθη.

Δ: Ὑποστηρίζεται  ἀπό ὁρισμένους ὅτι τό βυζάντιο δέν ἦταν Ἑλληνικό καί δέν ἀποτέλεσε  κανενός εἴδους συνέχεια τῆς ἀρχαίας  Ἑλλάδας. Δέν εἶχε δημοκρατία ἤ ἔστω δημοκρατικούς θεσμούς.

Ρ: Δέν νομίζω ὅτι οἱ σύγχρονοι ἕλληνες εἶναι περισσότερο Ἕλληνες ἀπό τούς βυζαντινούς. Μέσα στόν χρόνο, μές στούς αἰῶνες, οἱ φυλές δέν μένουν καθαρές, ὑπάρχουν ὅμως ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῶν πολιτισμῶν πού παραμένουν ἐθνικά. Οἱ βυζαντινοί χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική γλώσσα πού ἄλλαξε λίγο, ἀλλά οἱ γλῶσσες ἀλλάζουν· ἐνδιαφέρονταν γιά τή φιλοσοφία καί τή φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ἦταν μέν ὑπήκοοι ἑνός αὐτοκράτορα, ἀλλά αὐτός ὁ αὐτοκράτορας ἔπρεπε νά φέρεται σωστά, γιατί γινόταν εὔκολα λαϊκές ἐξεγέρσεις. Τό χειρότερο πού θά μποροῦσαν  νά ποῦν γιά τό Βυζάντιο εἶναι πώς ἦταν, μᾶλλον, ἕνα γραφειοκρατικό κράτος. Ὅμως εἶχε μία πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιό μορφωμένη ἀπό τούς γραφειοκράτες τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Καί τί ἐννοεῖτε μέ τή λέξη «δημοκρατία»; Ἦταν ὅλη ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα δημοκρατική; Ὄχι. Θά ἔλεγα στούς Ἕλληνες, πού ὑποστηρίζουν κάτι τέτοιο, νά διαβάσουν τήν ἴδια τους τήν ἱστορία, εἰδικότερα τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας. Ἐκεῖ, θά βροῦν πολλά νά κατακρίνουν… Ποτέ μου δέν κατάλαβα τί ἀκριβῶς σημαίνει «δημοκρατία». Στά περισσότερα μέρη τοῦ κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει νά σέ κυβερνοῦν τά μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, οἱ ἐφημερίδες, ἡ τηλεόραση. Διότι, εἶναι θεμιτό νά ἔχουμε αὐτό πού ὀνομάζεται «λαϊκή ψῆφος» ἀλλά, ἀπό τή στιγμή πού οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά κρίνουν μόνοι τους κι ὑπάρχουν πολλοί ἄνθρωποι στό σύγχρονο κόσμο πού δέν σκέφτονται, τότε μεταφέρουν τήν ἐξουσία στά χέρια ὅσων κατέχουν τά ΜΜΕ, οἱ ὁποῖοι, μέ τή δύναμη πού ἔχουν, θά ἔπρεπε νά ἐπιλέξουν τον δύσκολο δρόμο καί νά μορφώσουν ὅλο τόν κόσμο. Πολλοί ἐξ αὐτῶν, ὄχι ὅλοι εὐτυχῶς, εἶναι ἀνεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεῖ νά ὑπάρξει μόνον ἐάν ἔχουμε ἕνα ὑψηλῆς μόρφωσης κοινό. Σέ μία πόλη σάν τήν ἀρχαία Ἀθήνα ὑπῆρχε δημοκρατία χωρίς νά σκεφτόμαστε πῶς περνοῦσαν οἱ σκλάβοι ἤ οἱ γυναῖκες, διότι οἱ ἄνδρες εἶχαν ὅλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δέν ἐξέλεγαν τούς κυβερνῆτές τους, τραβοῦσαν κλῆρο, σάν νά τό ἄφηναν στά χέρια τοῦ Θεοῦ, καμία σχέση μέ τή βουλή τῶν κοινοτήτων.

Δ: Ὑπῆρχε κοινωνικό κράτος στό Βυζάντιο;

Ρ: Ἡ  Ἐκκλησία ἔκανε πολλά γιά τούς ἀνθρώπους. Τό Βυζάντιο εἶχε πλήρη  κοινωνική αἴσθηση. Τά νοσοκομεῖα ἦταν πολύ καλά, ὅπως καί τά γηροκομεῖα, τά ὁποῖα ἀνῆκαν κυρίως στήν Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι μόνο σέ αὐτή, ὑπῆρχαν καί κρατικά. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνας ἀπό τούς πιό ὑψηλόβαθμους ἀξιωματούχους τοῦ κράτους ἦταν ὁ Ὀρφανοτρόφος. Σίγουρα ἡ Ἐκκλησία ἔπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δέν ἦταν ἁπλά ἕνα καθεστώς ἐρημιτῶν πού κάθονταν στό Ἅγιον Ὅρος· ἦταν κι αὐτό, ἀλλά ὑπῆρχε ἕνα σύστημα ἀπό μοναστήρια στίς πόλεις. Τά μοναστήρια φρόντιζαν τούς Οἴκους γιά τούς γέροντες, τῶν ὁποίων οἱ μοναχοί μόρφωναν τή νεολαία, κυρίως τά ἀγόρια, γιατί τά κορίτσια μορφώνονταν στό σπίτι, καί τά περισσότερα παρεῖχαν πολύ καλή μόρφωση. Τά κορίτσια τοῦ Βυζαντίου εἶχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία, διότι «ἀπολάμβαναν» περισσότερη ἰδιωτική προσοχή. Νομίζω ὅτι ἡ βαθμολογία, πού θά δίναμε στό κοινωνικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στό Βυζάντιο, εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλή.

Δ: Καί  ἡ παιδεία τους, κατά τό Μέγα Βασίλειο, ὄφειλε νά στηρίζεται στόν Ὅμηρο, τόν  «διδάσκαλο τῶν ἀρετῶν».

Ρ: Ἦταν γνῶστες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Γραμματείας. Εἶναι ἀξιομνημόνευτο, ὡστόσο, ὅτι δέν ἔδιναν μεγάλη σημασία στούς Ἀττικούς Τραγωδούς, ἀλλά στούς λοιπούς ποιητές. Ὑπάρχει ἡ διάσημη ἱστορία μίας ἑλκυστικῆς κυρίας, φίλης ἑνός αὐτοκράτορα, πού μᾶς διηγεῖται ἡ Ἄννα Κομνηνή. Τήν ὥρα πού ἡ κυρία περνοῦσε, κάποιος τῆς φώναξε ἕναν ὁμηρικό στίχο, πού μιλοῦσε γιά τήν Ἑλένη στήν Τροία, κι ἐκείνη κατάλαβε τό ὑπονοούμενο. Δέν ὑπῆρχε κανείς λόγος νά τῆς ἐξηγήσει κάποιος, ποιανού ἦταν οἱ στίχοι. Ὅλα ἀνεξαιρέτως τά ἀγόρια καί τά κορίτσια ἤξεραν τόν Ὅμηρο. Ἡ Ἄννα Κομνηνή δέν ἐξηγεῖ ποτέ τά σημεῖα στά ὁποῖα ἀναφέρεται στόν Ὅμηρο, ὅλοι οἱ ἀναγνῶστές της τά γνώριζαν.

Δ: Ἀμόρφωτοι  δέν ὑπῆρχαν στό Βυζάντιο;

Ρ:  Ἂλλα ἦταν τά προβλήματα τῆς βυζαντινῆς γραμματείας. Ἦταν τόσο καλοί γνῶστες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, ὥστε ἐπηρεάστηκαν στή διαμόρφωση τῆς γλώσσας. Πολλοί ἱστορικοί ἤθελαν νά γράψουν σάν τόν Θουκυδίδη, δέν ἤθελαν νά γράψουν στή γλώσσα πού τούς ἦταν πιό φυσική, ἀλλά στήν ἀρχαία. Ἡ μεγάλη τραγωδία τῶν βυζαντινῶν γραμμάτων ἦταν ἡ ἐξάρτησή της ἀπό τήν κλασσική γραμματεία. Ὄχι γιατί δέν γνώριζαν ἀρκετά, ἀλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα ἀπό ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα, γιά τό δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Δ: Θά θέλατε νά ζεῖτε στό Βυζάντιο;

Ρ: Δέν  ξέρω ἄν προσωπικά θά ταίριαζα στήν ἐποχή τοῦ Βυζαντίου. Ἄν ζοῦσα τότε, σκέφτομαι ὅτι θά ἀναπαυόμουν σέ κάποιο μοναστήρι, ζώντας, ὅπως πολλοί μοναχοί ζοῦσαν, μία ζωή διανοούμενου, χωμένος στίς θαυμάσιες βιβλιοθῆκες πού διέθεταν. Δέν νομίζω πώς θά ἤθελα μία ζωή στή Βυζαντινή πολιτική, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά βρεῖς μία περίοδο στήν παγκόσμια ἱστορία στήν ὁποία θά ἤθελες νά ζήσεις… Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπό τό πολίτευμα, τήν κοινωνία, τήν τάξη στήν ὁποία γεννιέσαι. Θά ἤθελα νά ζῶ στή Βρετανία τοῦ 18ου αἰώνα ἄν εἶχα γεννηθεῖ ἀριστοκράτης, ἀλλιῶς δέν θά μοῦ ἄρεσε καθόλου. Εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀπαντηθεῖ τό ἐρώτημά σας.

Δ: Ἡ  κατάσταση στή Βαλκανική σᾶς ἀνησυχεῖ;

Ρ: Μέ ἐνδιαφέρουν πολύ τά Βαλκάνια, εἶναι  ἕνα μέρος τοῦ κόσμου πού μέ «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι ἔτσι, φυσικά, καί ἐνδιαφέρομαι καί θλίβομαι.

Δεν γνωρίζω τί μπορεῖ νά φέρει τό μέλλον. Ἕνα ἀπό τά πράγματα, πού μέ ἐνοχλεῖ ἐλαφρῶς στά γηρατειά μου, εἶναι ὅτι θά ἤθελα νά γνωρίσω τί θά συμβεῖ σέ συγκεκριμένα μέρη τοῦ κόσμου καί κυρίως στά Βαλκάνια σέ μερικά χρόνια. Ἡ Ἑλλάδα θά προχωρήσει καί ἀπό τίς ὑπόλοιπες Βαλκανικές χῶρες μᾶλλον καί ἡ Βουλγαρία. Ἀλλά γιά τή Ρουμανία καί τή Γιουγκοσλαβία… νοιώθω ἀπελπισμένος, ὅταν σκέφτομαι τό μέλλον τους….

Δ: Μήπως  τά Βαλκάνια πληρώνουν τήν ἱστορία τους, σήμερα;

Ρ: Κατά κάποιο τρόπο, ναί. Εἶναι μεγάλο πρόβλημα νά ἔχεις μεγάλη ἱστορία. Διότι, ἔχεις  πολύ περισσότερες μνῆμες  ἀπό ὅ,τι μπορεῖς νά σηκώσεις. Εἶναι μία τραγωδία στήν περιοχή αὐτές οἱ μνῆμες, διότι ἔχεις νά νοιαστεῖς γιά πάρα πολλά. Δέν κυλοῦν εὔκολα τά πράγματα, λόγω τῆς ἀρχαίας, μέ βαθιές ρίζες, μνήμης.

Δ: Πρόσφατα ἄνοιξε ἕνας παγκόσμιος διάλογος καί  στή χώρα σας γιά τό κατά πόσον ὁ Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θά εἶναι θρησκευτικός.

Ρ:  Ἀνησυχῶ γιά συγκεκριμένες θρησκεῖες, μέ ἀνησυχοῦν οἱ ἐξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἕνα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο γιά τόν πολιτισμό, ἀλλά ἡ θρησκεία χρειάζεται. Οἱ ἄνθρωποι θά νοιώσουν εὐτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, μέ τή θρησκεία σήμερα. Τό πρόβλημα εἶναι  ὅτι δέν μποροῦμε νά ἔχουμε μία  παγκόσμια θρησκεία, καί οἱ διάφορες θρησκεῖες ποτέ δέν συμπάθησαν ἰδιαιτέρως ἡ μία τήν ἄλλη. Ἡ φιλανθρωπία δέν καλύπτει καί τό γείτονα τῆς διπλανῆς πόρτας, ἄν αὐτός πρεσβεύει ἄλλη θρησκεία. Δέ νομίζω, δηλαδή, ὅτι ἡ θρησκεία θά εἶναι ἡ σωτηρία, ἀλλά δέν γνωρίζω καί τίποτε πού νά μπορεῖ νά εἶναι ἡ σωτηρία. Μέ τόν πληθυσμό νά αὐξάνεται, εἶναι πολύ δύσκολο νά βελτιωθοῦν τά δεδομένα τῆς ἐκπαίδευσης, σέ παγκόσμια κλίμακα.  Ἁπλῶς, ποτέ δέ θά ὑπάρξουν ἀρκετοί δάσκαλοι στόν κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβᾶμαι πώς εἶμαι ἀπαισιόδοξος.

Δ: Πῶς  βλέπετε τήν Ὀρθοδοξία μές  σ’ αὐτό τόν κύκλο;

Ρ:  Ἔχω μεγάλο σεβασμό γιά τά χριστιανικά  δόγματα καί ,κυρίως, γιά τήν Ὀρθοδοξία, διότι μόνον ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει πώς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο. Οἱ ρωμαιοκαθολικοί κι οἱ προτεστάντες θέλουν νά τά ἐξηγήσουν ὅλα. Εἶναι ἄσκοπο νά πιστεύεις σέ μία θρησκεία, θεωρώντας ὅτι αὐτή ἡ θρησκεία θά σέ βοηθήσει νά τά καταλάβεις ὅλα. Ὁ σκοπός τῆς θρησκείας εἶναι ἀκριβῶς γιά νά μᾶς βοηθάει νά κατανοήσουμε τό γεγονός ὅτι δέν μποροῦμε νά τά ἐξηγήσουμε ὅλα. Νομίζω πώς ἡ Ὀρθοδοξία συντηρεῖ αὐτό τό πολύτιμο αἴσθημα τοῦ μυστηρίου.

Δ: Μά, χρειαζόμαστε τό μυστήριο;

Ρ: Τό χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αὐτή τή γνώση πού λέει πώς στό σύμπαν ὑπάρχουν πολύ περισσότερα ἀπό αὐτά πού μποροῦμε νά κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε τήν διανοητική μετριοφροσύνη, κι αὐτή ἀπουσιάζει, εἰδικά μεταξύ τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν.

Δ: Αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό της σχέσης τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς ἁγίους τους, ὁ σεβασμός τῆς ταπεινότητας. Πῶς σχολιάζετε τό γεγονός ὅτι ἀρκετοί ἅγιοι ἀνακατεύτηκαν στήν πολιτική ἤ ἄσκησαν πολιτική;

Ρ: Ὅλοι, ὅσοι θέλουν νά ἐπηρεάσουν ἄλλους ἀνθρώπους, ἀσκοῦν πολιτική καί εἶναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει νά προσπαθεῖς νά ὀργανώσεις τήν Πόλιν μέ ἕνα τρόπο σκέψης. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολιτικοί. Ποτέ δέν πίστεψα ὅτι μπορεῖς νά διαχωρίσεις τήν πίστη πρός τούς Ἁγίους ἀπό τή διανόηση. Ἐπιστρέφω σέ ὅσα εἶπα γιά τίς ἐκκλησίες. Ἀπό τή στιγμή πού προσπαθεῖς νά ἐξηγήσεις τά πάντα, καταστρέφεις οὐσιαστικά αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τήν ἀνθρώπινη διαίσθηση, αὐτή πού συνδέει τή διανόηση μέ τούς ἁγίους καί τήν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ.

Δ: Διανόηση, πολιτική καί πίστη στά Θεῖα, λοιπόν, μποροῦν νά βαδίζουν μαζί;

Ρ: Ἀποτελεῖ παράδειγμα ἡ πόλη σας, ἡ Θεσσαλονίκη. Ἦταν πολύ φημισμένη γιά τούς διανοητές  της, εἰδικά στά ὕστερα βυζαντινά  χρόνια. Ἀλλά εἶχε καί βοήθεια ἀπό  τούς στρατιωτικούς της πού, ὅπως ὁ Ἅγιος Δημήτριος, ἒρχονταν νά τή σώσουν στή σωστή στιγμή. Ἡ πίστη στούς Ἁγίους σοῦ δίνει κουράγιο νά ὑπερασπιστεῖς τήν πόλη ἀπό τίς ἐπιθέσεις, ὅπως ἔκανε κι ὁ Ἀη Δημήτρης.

Δ: Πῶς  βλέπετε τίς ἄλλες ἐκκλησίες;

Ρ: Ἡ  ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία ἦταν πάντα  καί πολιτικό ἵδρυμα, ἐκτός ἀπό  θρησκευτικό, καί πάντα ἐνδιαφερόταν γιά τόν νόμο. Πρέπει νά θυμόμαστε πώς, ὅταν ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία κατέρρευσε στή Δύση καί ἦρθαν τά βαρβαρικά βασίλεια, οἱ ρωμαῖοι ἄρχοντες χάθηκαν, ἀλλά οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες παρέμειναν κι ἦταν κι οἱ μόνοι μέ ρωμαϊκή μόρφωση, οπότε αὐτοί χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τούς βάρβαρους βασιλεῖς γιά νά ἐφαρμόσουν τό νόμο. Ἔτσι, ἡ Δυτική Ἐκκλησία «ἀνακατεύτηκε» μέ τόν νόμο. Τόν βλέπεις τόν νόμο στή ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία: θέλει νά εἶναι ὅλα νομικά κατοχυρωμένα. Στό Βυζάντιο, καί εἶναι ἐνδιαφέρον πώς μετά τήν τουρκική κατάκτηση τά ὑποστρώματα παραμένουν, ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται μόνον γιά τόν Κανόνα, τόν νόμο τῶν γραφῶν. Δέν ἔχει τήν ἐπιθυμία νά καθορίσει τά πάντα. Στίς δυτικές Ἐκκλησίες πού ἀποσχίστηκαν ἀπό τή ρωμαιοκαθολική, ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου, τοῦ ἀπόλυτου καθορισμοῦ, ἔχει κληρονομηθεῖ. Ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον νά μελετήσει κανείς, καί μελετῶ ἐδῶ καί καιρό, τόν διάλογο ἀνάμεσα στήν Ἀγγλικανική Ἐκκλησία τοῦ 17ου αἰώνα καί τήν Ὀρθόδοξη. Οἱ Ἀγγλικανοί ἦταν ἰδιαίτερα ἀνάστατοι διότι δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν τί πίστευαν οἱ Ὀρθόδοξοι σχετικά μέ τήν μεταβολή τοῦ οἴνου καί τοῦ ἄρτου σέ αἷμα καί σῶμα. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν «εἶναι μυστήριο, πού δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ὅτι γίνεται, ἀλλά τό πῶς δέν τό γνωρίζουμε». Οἱ Ἀγγλικανοί ὅπως καί οἱ ρωμαιοκαθολικοί ἤθελαν μία καθαρή ἐξήγηση. Αὐτή εἶναι ἡ τυπική διαφορά τῶν Ἐκκλησιῶν καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἀγαπῶ τούς Ὀρθοδόξους.

Δ: Τί γνώμη ἔχετε γιά τούς νεοέλληνες;

Ρ: Ὑπάρχει  ἀκόμη ζωντανή στόν λαό αὐτή ἡ γρήγορη κατανόηση τῶν πραγμάτων καί τῶν καταστάσεων. Ὑπάρχει ἔντονη, ἐπίσης, ἡ ἄλλη ποιότητα τῶν Βυζαντινῶν: ἡ ζωηρή περιέργεια. Καί οἱ νεοέλληνες ἔχουν, ὅπως εἶχαν κι οἱ Βυζαντινοί, ἀντίληψη τῆς σημασίας τους στήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅλα αὐτά δείχνουν μία ἱστορική ἑνότητα, ἄλλωστε κανείς λαός δέν διατηρεῖ ὅλα τά χαρακτηριστικά του ἀπείραχτα. Πολλά ἐξαρτῶνται ἀπό τή γλώσσα, πού εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος συντήρησης τῆς παράδοσης.

Ἡ γραμματεία τοῦ Βυζαντίου πληγώθηκε ἀπό  τή σχέση της μέ τήν ἀρχαία γραμματεία. Εὐτυχῶς, οἱ νεοέλληνες ἔχουν τή δημοτική πού ἐπέτρεψε στη νεοελληνική γραμματεία νά προχωρήσει, νά ἐξελιχθεῖ μ’ ἕναν τρόπο πού οἱ βυζαντινοί δέν κατάφεραν, μέ ἐξαίρεση τήν κρητική λογοτεχνία καί τόν Διγενῆ. Τά μεγάλα βυζαντινά ἀριστουργήματα ἦταν μᾶλλον λαϊκά. Πρωτογνώρισα τόν Σεφέρη ὅταν ἤμουν στήν Ἑλλάδα, ἀμέσως μετά τόν πόλεμο. Ὅταν ἦρθε πρεσβευτής στό Λονδίνο, τόν ἔβλεπα πολύ συχνά. Ἐκείνη τήν ἐποχή, περνοῦσα πολύ καιρό σέ ἕνα νησί στή Δυτική Ἀκτή τῆς Σκωτίας, μέ πολύ μαλακό κλίμα λόγω τοῦ Ρεύματος τοῦ Κόλπου. Μία ἀλέα μέ φοινικιές ὁδηγοῦσε στό σπίτι μου. Ἦρθε κι ἔμεινε μαζί μέ τή γυναίκα του. Ὁ καιρός ἦταν ὑπέροχος, ὅπως συμβαίνει συχνά ἐκεῖ, καί μοῦ εἶπε «Εἶναι πιό ὄμορφα κι ἀπό τά ἑλληνικά νησιά» κάτι πολύ εὐγενικό ἐκ μέρους του. Εἴχαμε  τακτική ἀλληλογραφία μέχρι τόν θάνατό του… ὅταν ἔφυγε ἀπό τό Λονδίνο γιά τήν Ἀθήνα, μοῦ χάρισε τήν κάβα του, μία κάβα ἀποτελούμενη ἀποκλειστικά ἀπό οὖζο καί ρετσίνα. Ἀκόμη δέν ἔχω πιεῖ ὅλο τό οὖζο, ἔχω… Εἶχε πεῖ ὅτι «Οἱ Κέλτες εἶναι οἱ ρωμαῖοι τοῦ Βορρᾶ»· ναί, τό διασκέδαζε  νά κάνει τέτοια σχόλια, ἂν κι ἐδῶ ἔχει ἀρκετό δίκαιο… Ὁ Καβάφης εἶναι ἀπό τούς μεγαλύτερους ποιητές τοῦ κόσμου καί μάλιστα πρωτότυπος….Ἐκεῖνον πού δέν μπορῶ νά διαβάσω εἶναι ὁ Καζαντζάκης· τόν γνώριζα προσωπικά, ἀλλά δέν μπορῶ νά τόν διαβάσω, ποτέ δέ μοῦ ἄρεσε γιά νά εἶμαι εἰλικρινής. Μ’ ἀρέσει ὁ Ἐλύτης καί πότε – πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στόν Σικελιανό. Τούς νεώτερους δέν τούς γνωρίζω, σταμάτησα νά παρακολουθῶ, κι ὅπως ξέρετε ἀνήκω σέ μία πολύ παλιά γενιά. 

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Συμβολή στήν ἐμπέδωση τῆς σκέψης τοῦ μεγάλου  σοφοῦ, τοῦ Ράνσιμαν, εἶναι τό παρακάτω κείμενο, ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο του «Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνισμός».

Χάρις στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ Χριστιανική θρησκεία ἦλθε στόν κόσμο αὐτό σέ μία μοναδική στιγμή τῆς ἱστορίας του. Οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν μόλις ὁλοκληρώσει τήν κατάκτηση ὅλου του μεσογειακοῦ κόσμου, προσφέροντας ἔτσι μία τεράστια ἔκταση, ὅπου ἄνθρωποι καί ἰδέες μποροῦσαν νά ταξιδεύουν ἀνεμπόδιστα. Περισσότερο ἴσως σημαντικό ἦταν τό γεγονός ὅτι στήν πολιτισμική ζωή αὐτῆς τῆς περιοχῆς δέσποζαν σοφοί καί διδάσκαλοι, γαλουχημένοι στίς παραδόσεις τοῦ Κλασσικοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου.

Ἡ ἐξαιρετική ἐμβρίθεια τῶν φιλοσόφων, ἐπιστημόνων  καί καλλιτεχνῶν, πού ἀρχικῶς  συναντᾶμε στίς περιοχές τοῦ Αἰγαίου  πελάγους, ἁπλώθηκε, χάρις στήν τόλμη τῶν Ἑλλήνων καί τίς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Οἱ μεγάλες καί ἐπιφανεῖς πόλεις πού εἶχαν ἀνθήσει στό πέρασμα τῶν Μακεδόνων, ἰδιαιτέρως ἡ Ἀλεξάνδρεια στήν Αἴγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς ἀναθρεμμένους στήν Ἑλληνική παράδοση, πού εἶχε ἐμπλουτισθεῖ καί ἀπό τίς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων αὐτοκρατοριῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ρώμη καί οἱ δορυφόροι της προσέβλεπαν στήν Ἑλλάδα γιά τήν πολιτισμική  ὑποδομή τους.

Ἔτσι, ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία ἀπό  τά πρῶτα της χρόνια εἶχε νά ἀντιμετωπίσει  τήν πρόκληση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τί ἐννοοῦμε μέ τόν ὄρο «Ἑλληνισμός»; Δέν εἶναι ταυτόσημος μέ τόν Ἑλληνικό Ἐθνισμό, ἄν καί οἱ σημερινοί Ἕλληνες  δικαίως μποροῦν καί διεκδικοῦν τή συγγένεια  μέ τούς διανοητές  καί καλλιτέχνες τῆς κλασσικῆς  Ἑλλάδας, τῶν ὁποίων τή γλώσσα καί  τή γῆ κληρονόμησαν. Νομίζω πώς Ἑλληνισμός εἶναι βασικῶς μία στάση τοῦ νοῦ, ἡ ἀναζήτηση μίας ἑρμηνείας τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε, ἡ ἐπιμονή γιά τή γνώση ὅλων τῶν φαινομένων του καί ἡ ἐλπίδα πώς μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά λάθη, τίς θλίψεις καί τίς τραγωδίες του, πράγμα πού τελικῶς θά μᾶς καταστήσει ἱκανούς νά φθάσουμε στήν ἁρμονία πού τό ἀνθρώπινο γένος πρέπει νά ποθεῖ. Ἦταν ἕνα τρομακτικό καθῆκον. Πολλοί ἕλληνες φιλόσοφοι – καί πολλοί φιλόσοφοι σήμερα – ἦσαν εἰλικρινά ἀπαισιόδοξοι. Ὅμως ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστιανισμοῦ φάνηκε σέ ἄλλους νά προσφέρει μία λύση. Ἡ αὐστηρή ἐμμονή του στίς ἠθικές ἀξίες, σέ συνδυασμό μέ τήν ἔμφαση πού ἔδινε στήν ἀγάπη καί τήν πίστη του στήν τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Ἀλλά γιά νά γίνει ἀποδεκτός στόν κόσμο τῆς διανοήσεως, ὄφειλε νά συνταυτισθεῖ τρόπον τινά μέ τόν κυρίαρχο Ἑλληνισμό. Καί ἦταν τό μεγάλο ἐπίτευγμα τῶν πρώτων Χριστιανῶν Πατέρων, κυρίως, νομίζω, τῶν Καππαδοκῶν, τό ὅτι μπόρεσαν καί ἐξέφρασαν τό Χριστιανικό δόγμα μέ ὅρους πού ἦσαν  ἀποδεκτοί ἀπό τούς φιλοσόφους. Οἱ δέ μεγάλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν τό φιλοσοφικό ὑπόβαθρο, τό ὁποῖο χρειαζόταν ἡ Ἐκκλησία.

Ἡ συμμαχία μέ τόν Ἑλληνισμό διασφάλισε τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά μέ τό πέρασμα  τοῦ χρόνου καί τή μεγάλη ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐμφανίζονταν τάσεις πού ἀπέρριπταν τήν Ἑλληνική προσέγγιση. Ἦσαν οἱ πιστοί πού ἔμεναν ἀποκλειστικά στό ἑβραϊκό ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ φονταμενταλιστές, πού ὑπῆρχαν μέχρι σήμερα καί πού ἐπέμεναν στήν αὐστηρή τήρηση ἄκαμπτων ἠθικῶν κανόνων καί τελετουργικῶν τυπικῶν καί στήν κατά γράμμα ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Περισσότερο ἀξιοσημείωτη καί καθοριστική εἶναι ἀκόμη ἡ γενική τάση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί τῶν διαδόχων τους νά υἱοθετοῦν μία ἄκαμπτη στάση στή θεολογία τους. Τοῦτο ὀφείλεται στίς ἱστορικές συγκυρίες.

Ὅταν  ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία κατέρρευσε ἀπό τίς βαρβαρικές καταλήψεις, ἦσαν δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, ἐπαρχίες, πού ἔπεσαν πρῶτες στά βαρβαρικά χέρια. Κι ὅταν οἱ Ρωμαῖοι διοικητές ἀναγκάσθηκαν νά παραιτηθοῦν, ἡ μόνη ἐναπομείνασα μορφωμένη τάξη ἦταν ὁ κλῆρος. Αὐτός δέν περιορίσθηκε μόνο στό καθῆκόν του νά μεταστρέψει στόν Χριστιανισμό τούς εἰσβολεῖς. Ἐπί πλέον προμήθευσε τούς νέους ἄρχοντες μέ ἐγγραμμάτους ὑπαλλήλους καί, πρό πάντων, νομικούς. Ὁ νόμος ἦταν ἡ μεγάλη  συμβολή τῶν Ρωμαίων στόν πολιτισμό. Πλήν ὅμως ἡ ἄκαμπτη ἐφαρμογή του ἦταν ἀντίθετη πρός τήν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Οἱ  Ρωμαῖοι θεολόγοι ἀπαιτοῦσαν ἀκριβεῖς φόρμουλες καί λογικά ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀναπτύχθηκαν ἀπό ἐκεῖνον  τόν ἀξιόλογο διανοητή, τόν Θωμά Ἀκινάτη.

Στίς  Ἀνατολικές ἐπαρχίες ὅμως, στό Βυζάντιο, οἱ νομικοί δέν ἀνῆκαν στόν κλῆρο, ἦσαν λαϊκοί, καί μία πιό φιλελεύθερη θεολογία ἦταν ἐπιτρεπτή, ἐνῶ τηροῦνταν ἀνέπαφα τά θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, τό δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τό δόγμα τῆς Σωτηρίας. Πρό πάντων, ἐνῶ οἱ Δυτικές Ἐκκλησίες δέν αἰσθάνονταν ποτέ ἄνετα μέ τούς μυστικούς πού ἐμφανίζονταν στούς κόλπους των, -ἄν καί δέν ἦταν δυνατόν νά μήν ἀναγνωρίσουν τήν ἁγιότητα κάποιων μορφῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ καί ἡ Ἁγία Τερέζα τῆς Ἀβίλα- στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία ὁ μυστικός ἦταν ἐλεύθερος νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τήν σωτηρία. Ἐδῶ εἶχε διατηρηθεῖ ἡ Ἑλληνική στάση. Δέν ὑπῆρξε ποτέ καμιά σοβαρή προσπάθεια νά ἐμποδιστεῖ ἡ προσωπική ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.

Σέ  αὐτό τόν βαθμό ἡ παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔχει ἐπιζήσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νομίζω πώς εἶναι ἀκόμη ἀπαραίτητη σήμερα. Ἡ προσπάθεια τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιῶν νά ἐκσυγχρονίζουν τή θρησκεία περιορίζει τό αἰώνιο μήνυμά της καί ἡ μέριμνα νά ὑποτάξουν τήν θεολογία στή λογική συμφώνως πρός τά σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα ἁπλῶς ὁδηγεῖ τόν λαό τοῦ Θεοῦ στόν ἀγνωστικισμό ἤ ἀκόμη καί τόν ἀθεϊσμό. Ἄν ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι διατηρήσουν τήν συμμαχία τους μέ τόν Ἑλληνισμό, θά μπορέσουν νά διατηρήσουν τήν πνευματικότητά τους. Ἲσως μετά ἀπό ἕναν αἰώνα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά εἶναι ἡ μόνη ἀπό τίς μεγάλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες πού θά ἔχει ἐπιζήσει, ἀφοῦ μόνη αὐτή θυμᾶται πώς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο καί πώς ὁ Χριστιανός, βοηθούμενος ἀπό τούς φιλοσόφους καί τούς θεολόγους τοῦ παρελθόντος καί ὄχι τρομοκρατούμενος ἀπό αὐτούς, δύναται νά ἀκολουθήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μαζί μέ τούς ὁμοπίστους ἀδελφούς του, παραμένοντας εὐπειθές τέκνο τῆς Ἐκκλησίας του, νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τη σωτηρία. 

Ἐπιμέλεια Ἄρης Κουτρής