Δημοσιεύσεις ετικέτας «Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

ΚΒ΄. Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης

Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί  ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν  πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή: –Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος: –Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

Ις΄. Ἡσυχαστής Φανούριος Καψαλιώτης

Κλεί­στη­κε στήν φί­λη του ἡ­συ­χί­α καί ἐ­νέ­τει­νε τήν προ­σευ­χή καί τά δά­κρυ­α. Τό ἔ­τος 1986 εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τοῦ εἶ­παν: «Ἐ­φέ­τος δέν θά κά­νεις Πρω­το­χρο­νιά ἐ­δῶ στό Κελ­λί, ἀλ­λά θά ᾿ρθεῖς νά γι­ορ­τά­σου­με μα­ζί».

ΚΔ΄. Γερω–Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης

Ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὁ π. Γε­ώρ­γιος τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δυ­ό–τρεῖς φο­ρές κα­θυ­στέ­ρη­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Εἶ­πα· “­ἄς τε­λει­ώ­ση τό Με­σο­νυ­κτι­κό, εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος”. Εἶ­δα τό­τε τόν ἅ­γιο Παῦ­λο στόν ὕ­πνο μου μέ τό μπα­στού­νι νά μοῦ λέ­γη: “Σή­κω καί κα­τέ­βα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ό­τι θά σπά­σω τό μπα­στού­νι στήν πλά­τη σου. Ἀλ­λοί­μο­νό σου­”».

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

ΙΗ΄. Γερω–Εὐδόκιμος Ἁγιοπαυλίτης

Κα­θό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι, κα­τέ­βα­ζε τό κου­κο­ύ­λι νά μή φα­ί­νε­ται, ἅ­πλω­νε τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Τόν ρω­τοῦ­σε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι: «Τί κά­νεις, γε­ρω–Εὐ­δό­κι­με;». Ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τόν πο­λε­μά­ω. Βλέ­πεις τό κα­νό­νι;», καί ἔ­δει­χνε τό τρι­α­κο­σά­ρι του.

ΙΕ’. Παπα–Κύριλλος Καρυώτης

«Ὅ­λη τή  νύ­χτα προ­σευ­χό­ταν.  Κοι­μό­ταν μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Νήστευε πά­ρα πο­λύ. Ἦ­ταν πρός ὅ­λους εὐ­γε­νής καί κα­λο­συ­νάτος. Πο­τέ δέν τόν εἶ­δαν νά θυ­μώ­νη ὅ­ταν τόν ὕ­βρι­ζαν ἤ τόν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νός καί, ὅ­ταν συ­νέ­βαι­ναν πα­ρε­ξη­γή­σεις, αὐ­τός πρῶ­τος ἔ­βα­ζε με­τά­νοι­α λέ­γον­τας ”εὐ­λό­γη­σον”».

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

ΙΘ΄. Γερω–Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!».

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

Σελίδες