Δημοσιεύσεις ετικέτας «Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

Περιστατικά – η΄. Κόπος καί παράκληση μοναχοῦ – θ΄. Τό παλάτι τοῦ μοναχοῦ

Τά γε­γο­νό­τα, ὅ­πως ἐ­ξε­λί­χθη­καν, δεί­χνουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ ὁ­ρά­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ μο­να­χός αὐ­τός θά ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­γω­νι­στής γιά νά τοῦ ἑ­τοι­μα­σθῆ τέ­τοι­ο πα­λά­τι.

Περιστατικά – γ΄. Τό κα­λό τέ­λος τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ

Τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του εἶ­δε τό ἑ­ξῆς ὅ­ρα­μα. Τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­καν τέσ­σε­ρις νέ­οι, πού φο­ροῦ­σαν δι­α­κο­νι­κά στι­χά­ρια καί ἦ­ταν πε­ρι­ζω­σμέ­νοι μέ ὀ­ρά­ρια. Αὐ­τοί οἱ νέ­οι τόν προ­σκα­λοῦ­σαν νά πά­η μα­ζί τους τα­ξί­δι. Τούς ἀ­πήν­τη­σε:

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

ΙΘ΄. Γερω–Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!».

Περιστατικά – ς΄. Ἡ Παναγία δείχνει ἐργόχειρο σέ μοναχό – ζ΄. Ὁ μοναχός πού ἔβγαλε ἁγίασμα

Δι­η­γοῦν­ται πα­λαι­οί Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες ὅ­τι κά­πο­τε στή Νέ­α Σκή­τη ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας εὐ­λα­βής καί ἀ­γω­νι­στής μο­να­χός. Ἀλ­λά μή γνω­ρί­ζον­τας ἐρ­γό­χει­ρο, ζοῦ­σε ἀ­πό εὐ­λο­γί­ες (ἐ­λε­η­μο­σύ­νες). Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ λέ­γει:

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

ΚΒ΄. Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης

Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί  ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν  πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή: –Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος: –Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

Περιστατικά – δ΄. Συ­νέ­δριο δαι­μό­νων – ε΄. Ἀ­σκη­τι­κό σπή­λαι­ο πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν

Ἐ­κεῖ εἶ­δε δαί­μο­νες μα­ζε­μέ­νους νά ἔ­χουν σύ­να­ξη, νά συ­νε­δριά­ζουν. Εἶ­χε ἀ­ρε­τή ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί τούς ρώ­τη­σε τί συ­ζη­τᾶ­νε. Ἀ­πάν­τη­σε ἕ­νας ἀ­πό τούς δαί­μο­νες: «Προ­σπα­θοῦ­με νά βά­λου­με χα­λι­νά­ρι στούς Ἡ­γου­μέ­νους καί με­τά μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν καί οἱ κα­λό­γε­ροι».

ΚΔ΄. Γερω–Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης

Ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὁ π. Γε­ώρ­γιος τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δυ­ό–τρεῖς φο­ρές κα­θυ­στέ­ρη­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Εἶ­πα· “­ἄς τε­λει­ώ­ση τό Με­σο­νυ­κτι­κό, εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος”. Εἶ­δα τό­τε τόν ἅ­γιο Παῦ­λο στόν ὕ­πνο μου μέ τό μπα­στού­νι νά μοῦ λέ­γη: “Σή­κω καί κα­τέ­βα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ό­τι θά σπά­σω τό μπα­στού­νι στήν πλά­τη σου. Ἀλ­λοί­μο­νό σου­”».

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

ΙΗ΄. Γερω–Εὐδόκιμος Ἁγιοπαυλίτης

Κα­θό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι, κα­τέ­βα­ζε τό κου­κο­ύ­λι νά μή φα­ί­νε­ται, ἅ­πλω­νε τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Τόν ρω­τοῦ­σε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι: «Τί κά­νεις, γε­ρω–Εὐ­δό­κι­με;». Ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τόν πο­λε­μά­ω. Βλέ­πεις τό κα­νό­νι;», καί ἔ­δει­χνε τό τρι­α­κο­σά­ρι του.

Σελίδες