Στην κηδεία του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη

Έχω να ομολογήσω – διηγήθηκε η κυρία Μαρία Φούκα-Ρουμπάνη – ότι πηγαίνοντας προς το Μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, για να παραβρεθώ στην κηδεία του γέροντος Ιακώβου, μία ευωδία με ακολουθούσε παντού σ’ όλο το ταξίδι.

Όταν έφθασα στο Μοναστήρι και είδα τον Γέροντά μου στο φέρετρο, έτρεχαν ασταμάτητα τα δάκρυά μου! Είχε ένα γλυκύτατο πρόσωπο. Σου έδινε την εντύπωση ότι κοιμόταν. Το σώμα του ήταν εύκαμπτο, μαλακό και τρυφερό! Η θερμοκρασία του σώματός του ήταν η φυσιολογική. Είχε σημάδια αγιότητος!

Επειδή είχε πολύ κόσμο (έτρεξαν πολλοί απ’ όλη την Ελλάδα, όταν έμαθαν το δυσάρεστο νέο), έβγαλαν το φέρετρο έξω στην αυλή, όπου έγινε η εξόδιος ακολουθία. Τι να πω! Κύματα, κύματα ευωδίας έρχονταν συνεχώς! Όλη η αυλή ευωδίαζε. Αυτή την κηδεία δεν θα την ξεχάσω ποτέ! Δεν ένοιωθες μόνο λύπη, αλλά και χαρά! Χαρμολύπη! Υπήρχε η ελπίδα της Αναστάσεως! Έλαβαν μέρος στην εξόδιο ακολουθία Αρχιερείς και πολλοί Ιερείς.

Όταν τελείωσε η εξόδιος ακολουθία, σήκωσαν το φέρετρο ψηλά, για να ευλογήση για τελευταία φορά όλον τον κόσμο ο Γέροντας, και όλοι φώναζαν «Άγιος». Αργότερα, άκουσα ότι υπήρχαν άνθρωποι που τον είδαν να ευλογή με τα χέρια του τα πλήθη! Άλλοι, άκουσα ότι τον έβλεπαν να έχη μισόκλειστα μάτια.

Πάντως, αυτό που μου έχει μείνει είναι η ώρα της ταφής. Έχω πάει σε πολλές κηδείες, αλλά αυτό που ένοιωθα εκείνη την ώρα στο Μοναστήρι ήταν τελείως διαφορετικό! Οι καμπάνες χτυπούσαν και όλοι οι άνθρωποι έψαλλαν το «Χριστός Ανέστη!». Συνέχιζαν τα κύματα ευωδίας να έρχωνται από το άγιο σώμα του Γέροντα. Σκεφτόμουνα εκείνη την ώρα πόσοι Άγιοι είχαν έλθει εκεί για να τον παραλάβουν; Εκείνη την ώρα ένοιωθες χαρά, γιατί ένας εκλεκτός του Θεού, ένας Άγιος πήγαινε να συναντήση τον Χριστό που τόσο αγάπησε! Ένας Άγιος έμπαινε στην Βασιλεία του Θεού!

Σε μας λείπει πολύ! Εγώ αυτή την στιγμή με δυσκολία συγκρατώ τα δάκρυά μου! Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ! Αιώνια ευγνωμοσύνη θα αισθάνωμαι πάντα για τον Γέροντά μου, τον πνευματικό καθοδηγητή μου, τον π. Ιάκωβο.

Όπως μας το είχε προείπει, από τότε που έφυγε απ’ την ζωή μέχρι σήμερα, δεν σταματήσαμε ποτέ να πηγαίνωμε στο Μοναστήρι. Πηγαίνομε πάνω στον τάφο του και του λέμε ένα μεγάλο ευχαριστώ, για όλα όσα μας βοήθησε και συνεχίζει να μας βοηθάη!

Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες), σελ. 290. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.

ΠΗΓΗ