«Ἐπεφάνης ἐν τῷ Κόσμῳ ὁ τὸν Κόσμον Ποιήσας»

(Θεολογικὸ σχόλιο στὴ μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου- Καθηγητοῦ

   Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἑορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Κατ’ αὐτὴν ἑορτάζεται τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου στὰ ιορδάνεια νάματα καὶ ἡ θαυμαστὴ καὶ σπάνια φανέρωση τῆς Τριαδικῆς Θεότητος στὸν κόσμο.

   Ἡ σπουδαιότητα τῆς μεγάλης ἑορτῆς φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτή, μετὰ τὸ Πάσχα, εἶναι ἡ ἀρχαιότερη χριστιανικὴ ἑορτή. Ἱστορικὲς μαρτυρίες ἀναφέρουν ὅτι καθιερώθηκε νωρίτερα ἀπὸ τὸ 140 μ. Χ. ἀπὸ τὴν ὁμάδα τοῦ αἱρετικοῦ Γνωστικοῦ Βασιλείδη στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Οἱ Γνωστικοὶ ἑόρταζαν τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καὶ ταυτόχρονα τὴν Γέννησή του στὶς 6 Ἰανουαρίου, διότι πίστευαν πὼς κατὰ τὴ βάπτιση ἑνώθηκε ὁ «αἰῶνας» Χριστὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ, κακοδοξία, τὴν ὁποία υἱοθέτησαν ἀργότερα καὶ οἱ αἱρετικοὶ Νεστοριανοί. Ἡ καθιέρωσή της δὲν εἶναι ἐπίσης ἄμοιρη μὲ τὴν ὀργιαστικὴ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν Ἀράβων, ἡ ὁποία συνέπιπτε τὴν ἴδια ἡμερομηνία.

    Φαίνεται πὼς ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἔτυχε μεγάλης ἀποδοχῆς τόσο ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Γνωστικούς, ὅσο καὶ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς, καθ’ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶχε ὡς τότε καθιερώσει τέτοια ἑορτή. Ἴσος τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε τὴν Ἐκκλησία νὰ υἱοθετήσει τὴν ἑορτὴ αὐτὴ καὶ νὰ ἀποτρέψει τοὺς πιστοὺς νὰ συνεορτάζουν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Γνωστικούς. Οἱ πηγές μας βεβαιώνουν πὼς ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζονταν μαζὶ ἡ Γέννηση καὶ ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰῶνα ἦταν γεγονός. Ὡς τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνα στὴ Δύση ἑορτάζονταν μαζὶ ἡ Γέννηση καὶ ἡ Βάπτιση, ὁπότε καὶ μεταφέρθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως στὶς 25 Δεκεμβρίου, ἀντικαθιστῶντας τὴν εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τοῦ «Ἀήττητου Ἡλίου». Στὴν Ἀνατολὴ χωρίστηκε ἐπὶ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα. Στὶς λεγόμενες προχαλκηδόνιες «ἐκκλησίες» (Κοπτική, Ἀρμενική, Νεστοριανική, κλπ), κράτησαν τὴν ἀρχαία παράδοση ἑορτάζοντας τὴν 6η Ἰανουαρίου τὴ Γέννηση καὶ τὴ Βάπτιση μαζί.

    Τὸ γεγονὸς τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου ἐνέχει τεράστια θεολογικὴ σημασία. Σύμφωνα μέ τὴν βιβλικὴ διήγηση ὅταν ὁ Χριστὸς ἔγινε τριάντα ἐτῶν καὶ προκειμένου νὰ βγεῖ στὸ δημόσιο βίο Τοῦ πῆγε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη προκειμένου νὰ λάβει τὸ τυπικὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας ἀπὸ τὸν τίμιο Πρόδρομο. Στὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ μέγας προφήτης Ἰωάννης κήρυττε μὲ ἀφάνταστη τόλμη καὶ παρρησία τὴ μετάνοια, ὥστε νὰ ὑποδεχτοῦν οἱ ἄνθρωποι καθαρμένοι τὸν ἐρχόμενο Σωτῆρα. Συνέρεαν κοντά του μεγάλα πλήθη γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸν διαπρύσιο καὶ ἐλπιδοφόρο κήρυκα. Αὐτὸς τοὺς ἔβαζε στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Ἦταν μιὰ καθαρὰ συμβολικὴ πράξη. Ὅπως ἔτρεχε τὸ γάργαρο νερὸ καὶ καθάριζε τοὺς σωματικοὺς ρύπους κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ ἐξομολόγηση καὶ μετάνοια καθάριζε τὴν ψυχὴ τοῦ βαπτιζομένου.

    Ὁ Κύριος προκειμένου νὰ δείξει ὡς ἄνθρωπος σεβασμὸ στὴν ἀνθρώπινη παράδοση δέχτηκε νὰ λάβει τὸ τυπικὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, χωρὶς οὐσιαστικὰ νά το ἔχει ἀνάγκη, διότι ἦταν ἀπόλυτα ἀναμάρτητος, «ὁ πάσης ἐπέκεινα καθαρότητος». Αὐτὸ θὰ τὸν διευκόλυνε στὸ μεγάλο δημόσιο ἀπολυτρωτικὸ ἔργο ποὺ θὰ ἄρχιζε κατόπιν. Ὁ Ἰωάννης θεωροῦνταν μεγάλος προφήτης ἀπὸ τὸ λαό. Ἡ ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ αὐτὸν ὡς «Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιωάν.1:29) ἦταν ἀπαραίτητη. Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννη γιὰ τὸν Χριστὸ στάθηκε καθοριστική, τὰ πλήθη πείσθηκαν καὶ ἀναγνώρισαν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Χάρη σὲ αὐτὴ τὴ μεγάλη μαρτυρία σχηματίσθηκε ὁ πρῶτος πυρῆνας τῶν συνεργατῶν τοῦ Κυρίου.

    Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μαρτυρία τοῦ Ἰωάννη ὑπῆρξε καὶ ἕνα ἄλλο συγκλονιστικὸ καὶ μοναδικὸ γεγονός. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Κύριος μπῆκε στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἄνοιξαν οἱ οὐρανοὶ καὶ παρουσιάστηκε αὐτοπροσώπως ὁ Τριαδικὸς Θεὸς στὰ παραβρισκόμενα πλήθη. Ὁ Ενανθρωπήσας Λόγος βρίσκονταν στὰ ιορδάνεια νάματα, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέβαινε «ὡσεὶ περιστερά» (Ματθ.3:16) καὶ ἀπὸ τὸν ἀνοιγμένο οὐρανὸ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Πατέρα «οὗτος εστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἕν ὦ εὐδόκησα» (Ματθ.3:16,17). Αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς τῆς θεοφάνειας σημαίνει ὅτι τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι συλλογικὴ ἀπόφαση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ φανέρωσή Τοῦ κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ φανερώνει τὴν ἐπιβεβαίωση γιὰ τὴν ξεχωριστὴ ἐπιμέλεια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπίσημη χρίση τοῦ Χριστοῦ ὡς Μεσσία καὶ Λυτρωτῆ τῆς ἀνθρωπότητας καὶ ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐπιβεβαίωσης εἶναι ἡ κατοπινὴ δυναμικὴ πορεία τοῦ Κυρίου στὸν κόσμο τῆς πτώσεως καὶ τῆς φθορᾶς καὶ ἡ πανηγυρικὴ νίκη Τοῦ κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, ἡ ὁποία θὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του! Στὴν εὐφρόσυνη ἑορτὴ ψάλλουμε σχετικά: «Βαπτίζεται Χριστὸς μεθ’ ἡμῶν ὁ πάσης ἐπέκεινα καθαρότητος, ενίησι τὸν ἁγιασμὸν τῷ ὕδατι καὶ ψυχῶν τοῦτο καθάρσιον γίνεται’ ἐπίγειον τὸ φαινόμενον, καὶ ὑπὲρ τοὺς οὐρανοὺς τὸ νοούμενον…» (4ο τροπ. τῶν Αἴνων τῶν Φώτων).

   Τὸ γεγονὸς τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ φωτεινὸ ὁρόσημο στὴν ἐπὶ γῆς πορεία καὶ δράση τοῦ Σωτῆρα μας, διότι «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ.4:16). Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο διέλυσε τὰ πνευματικὰ σκοτάδια τοῦ πτωτικοῦ παρελθόντος, διότι εἶναι ὁ Ἴδιος το «φῶς τὸ ἀληθινόν, ὁ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιωάν.1:9). Κατὰ τὰ Θεοφάνια «ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ιωάν.1:14). Γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ ὀνόμασαν τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ τὰ Φῶτα καὶ μάλιστα ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία πραγματοποιοῦσε τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὶς βαπτίσεις τῶν κατηχουμένων, τὶς ὁποῖες ὀνόμαζε φωτισμούς! Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τῆς μεγάλης ἑορτῆς μας προτρέπει: «Δεῦτε λάβετε πάντες Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως, Πνεῦμα φόβου Θεοῦ, τοῦ ἐπιφανέντος Χριστοῦ» (τροπ. Μ. Ἁγιασμοῦ).

   Μιὰ ἄλλη σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων εἶναι ὁ καθαγιασμὸς τῆς φύσεως. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ ιορδάνεια ρεῖθρα σημαίνει τὸν καθαγιασμὸ τοῦ ὑγροῦ στοιχείου, ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς ζωῆς σὲ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία καὶ κατ’ ἐπέκταση ὁ καθαγιασμὸς ὁλόκληρης τῆς κτίσεως, ἡ ὁποία ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας «συστενάζει καὶ συνωδύνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ.8:22). Οἱ καταπληκτικὴ ασματική ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς εἶναι γεμάτη ἀπὸ ὕμνους, ἀναγνώσματα καὶ εὐχές, ποὺ ἀναφέρονται στὸν εξαγιασμό τῆς φύσεως μὲ προεξάρχουσες τὶς ὑπέροχες εὐχὲς τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός, ποὺ μεταλαμβάνουμε τὴν ἡμέρα αὐτή, εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς ὑλικῆς δημιουργίας ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς πτώσεως καὶ ἡ μετουσίωσή της στὴν προπτωτική κατάστασή της. Ὁ προφήτης Ησαϊας προεῖδε αὐτὴ τὴν θαυμαστὴ ἐσχατολογικὴ μεταμόρφωση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ὡς ἑξῆς: «Τὰ γὰρ ὅροι καὶ οἱ βουνοί εξαλούνται, προσδεχόμενοι ὑμᾶς ἐν χαρᾷ, καὶ πάντα τὰ ξύλα τοῦ ἀγροῦ ἐπικροτήσει τοῖς κλάδοις. Καὶ ἀντὶ τῆς στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος, καὶ ἀντὶ τῆς κονύζης αναβήσεται μυρσίνη. Καὶ ἔσται Κυρίῳ εἰς ὄνομα, καὶ εἰς σημεῖον αἰώνιον, καὶ οὐκ ἐκλείψει» (Ησ.55:12). Οἱ λαμπρὲς τελετὲς τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν ὑδάτων, μὲ τὴ ρίψη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σὲ αὐτά, τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα, σημαίνουν τὸν ἀέναο εξαγιασμό τῆς δημιουργίας, χάρη στὴν καθαρτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὰ ιορδάνεια ρεῖθρα. Ἡ Ὀρθόδοξη ναυτικὴ χώρα μας, ἡ ὁποία ζεῖ καὶ μεγαλουργεῖ χάρη στὸ ἁπλόχερο ὑγρὸ στοιχεῖο ποὺ τὴν περιβάλλει, ἑορτάζει μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα αὐτὴ τὴν ἑορτὴ καὶ συμμετέχουν οἱ πιστοὶ πάνδημα στὶς λαμπρὲς τελετὲς τοῦ καθαγισμού τῶν ὑδάτων.

    Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἐπὶ γῆς ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἀδὰμ τὸν φθαρέντα ἀναπλάττει ρείθροις Ἰορδάνου καὶ δρακόντων κεφαλὰς ἐμφωλευόντων διαθλάττει ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων Κύριος» (2ο τροπ. Ἅ’ ὠδῆς, τοῦ κανόνα τῶν Φώτων). Αὐτὸ μᾶς κάνει νὰ σκιρτοῦμε ἀπὸ χαρὰ καὶ νὰ γεμίζουμε τὶς πληγωμένες καρδιὲς μᾶς ἀπὸ ἀνείπωτη ἐλπίδα γιὰ τὴ λύτρωσή μας ἀπὸ τὰ πικρὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Τὸ τυπικὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου στὸν Ἰορδάνη ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς παράδειγμα γιὰ τὸ οὐσιαστικό μας βάπτισμα, τὸ ὁποῖο εἶναι «λουτρὸν παλλιγγενεσίας» καὶ θάνατος τοῦ παλαιοῦ πτωτικοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἀναγέννηση τῆς νέας ἐν Χριστῷ ὑπάρξεώς μας. Δια τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη, καταργηθῆ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τὴ ἁμαρτία» (Ρωμ.6:5). Στὴν καταπληκτικὴ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ διαβάζουμε: «Σήμερον τὰ τῶν ἀνθρώπων πταίσματα τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται. Σήμερον ὁ παράδεισος ἀνέῳκται τοῖς ἀνθρώποις καὶ ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καταυγάζει ἡμῖν… Σήμερον τοῦ παλαιοῦ θρνήνου ἀπηλλάγημεν καὶ ὡς νέος Ἰσραὴλ διασώθημεν. Σήμερον τοῦ σκότους εκλυτρούμεθα καὶ τῷ φωτὶ τῆς θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον ἡ ἀχλὺς τοῦ κόσμου καθαίρεται, τὴ ἐπιφανείᾳ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν… Σήμερον ὁ Δεσπότης πρὸς τὸ βάπτισμα ἐπείγεται, ἶνα ἀναβιβάση πρὸς ὕψος τὸ ἀνθρώπινον» (Εὐχῇ Μ. Ἁγιασμοῦ).

   Ὁ Θεὸς τῆς πίστεώς μας δὲν εἶναι ἕνα ἀφῃρημένο,ἀφηρημένο λογικὸ καὶ θεωρητικὸ σχῆμα, γέννημα ἀνθρώπινης φαντασίας, ἀλλὰ ὁ ζωντανὸς Τριαδικὸς Θεός, ὁ Ὁποῖος καταδέχτηκε νὰ εἰσέλθει στὸν κόσμο καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, γιὰ χάρη της δική μας ἀπολυτρώσεως. Ὡς σημεῖο δὲ τῆς ἀέναης παρουσίας Τοῦ καὶ τῆς φανέρωσής Τοῦ στὸν κόσμο, εἶναι τὸ ἀνεπανάληπτο γεγονὸς τῶν Θεοφανείων, τὸ ὁποῖο ἑορτάζουμε μὲ κάθε λαμπρότητα αὐτὴ τὴ μεγάλη μέρα.