Ο Παπαδιαμάντης για την επιδημία. (Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα)

Εκτεταμένο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της.

Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις.

Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα πρωτοδημοσιεύτηκε σε σειρά επιφυλλίδων στην εφημερίδα Ακρόπολις από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893.

Ακολουθούν ΄΄επίκαιρα΄΄ αποσπάσματα του διηγήματος
 
..Δυστυχισμένη χρονιὰ ἐκείνη… Εἰς αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζεται τὸ «Κάθε πέρσι καλύτερα». Ἡ φτώχεια ἦτον μεγάλη, ἡ γρίνια ἀκόμη μεγαλυτέρα. Τὸ δὲ χειρότερον ἦτον ἡ ἀσθένεια… ― Ὁ Θεὸς νὰ φυλάγῃ καὶ πάλιν ὅλον τὸν κόσμον, καὶ δεύτερον ἐμᾶς, τοὺς ἁμαρτωλούς. ― Μεγάλα δεινά, ἀφορία, πεῖνα, ἀρρώστια, ὅλα μαζί, ἠκούοντο. Καὶ ὁ φόβος τὰ ἔκαμνε μεγαλύτερα. Ἡ δὲ ἁμαρτία ἔκαμνε μεγαλύτερον τὸν φόβον. Καλὴ μετάνοια! χριστιανοί. Καλὴ φώτιση καὶ καλὰ ὑστερινά. Οὕτω ἐκήρυττε καὶ οὕτω ἐλάμβανε τὸ θάρρος νὰ συμβουλεύῃ τὰς νεωτέρας ἡ γραῖα Σκεύω. Ἀλλ᾽ ἐκεῖναι, αἱ περισσότεραι ἐξ αὐτῶν, αἱ ἀνοητότεραι, τὴν ἐπεριγέλων. Καὶ τὰ παιδία ἀκόμη, οἱ κλῆρες* αὐτοῦ τοῦ καιροῦ, ἡ νέα πλάσις, τὴν ἐμυκτήριζον, καὶ τῆς ἐφώναζαν: «Σκεύω Σαβουρόκοφα! Σκεύω Σαβουρόκοφα!»

Σαβουρόκοφα ἦτο τὸ παρωνύμιον μὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε προικίσει ἡ ἀδυσώπητος κακολογία τῆς γειτονιᾶς. ᾿Επειδὴ ἦτο κάπως κοντὴ καὶ στρογγύλη τὸ σῶμα, τὴν ἐπαρωμοίασαν μὲ τοὺς χονδροὺς κοφίνους, δι᾽ ὧν εἰσκομίζεται ἡ σαβούρα εἰς τὰ ἀμπάρια τῶν ἀρτίως ἐκφορτωθέντων πλοίων. Ἀλλ᾽ αὐτή, ὡς ἡ καρίνα φέρει τὰ στραβόξυλα εἰς τὸν ἀρσανὰν τοῦ γερο-Μαθινοῦ, ἔφερεν ἐν ὑπομονῇ τὰς ἰδιοτροπίας, τοὺς χλευασμοὺς καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς ὅλων. Καὶ δὲν ἀπέκαμνε νὰ νουθετῇ καὶ νὰ συμβουλεύῃ εἰς τὸ καλόν. Ἐφρόνει ὅτι ἦτο καιρὸς πλέον νὰ ἔλθῃ μετάνοια. Ἀρκετὰ δεινὰ εἶχον ἔλθει εἰς τὸν κόσμον καὶ περισσότερα ἀκόμη ἠπείλουν νὰ ἐνσκήψωσιν. Ἡ ἀρρώστια δὲν ἦτο τὸ ἐλάχιστον ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἡ ἀρρώστια ἠπείλει ἤδη πανταχόθεν νὰ εἰσβάλῃ.

.. Ἴσως νὰ ἦτο καὶ διὰ καλόν, ἐσχολίαζεν ἡ γραῖα Σκεύω, διὰ νὰ λάβουν εἴδησιν οἱ χριστιανοὶ καὶ σπεύσωσι νὰ μετανοήσωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ὀλυμπιάς, ἡ καλόγρια, ἡ ἐκκλησιάρχισσα τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας, ἔβλεπε διαφόρους ὀπτασίας καθ᾽ ὕπνον, κ᾽ ἐσυμβούλευεν ὅλας τὰς γυναῖκας νὰ μετανοήσωσι.

 

.. Ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, καθ᾽ ἣν ἡ θεια-Σκεύω, ἐπιστρέφουσα ἀπὸ τὴν οἰκίαν τῆς Γερακίνας, ἤκουσε τὸ δυσοίωνον ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον τῆς ἔστειλεν ἐν τῇ ἀώρῳ καὶ ἀσυνειδήτῳ σκληρότητί του ἓν παιδίον ἀπὸ μίαν βάρκαν: «Θεια-Σκεύω Σαβουρόκοφα! ὁ γυιός σου εἶναι ἄρρωστος στὸν Τσουγκριᾶ [νήσος Τσουγκριάς, Μεγάλος νήσος της Ευαγγελίστριας] ἀπὸ χολέρα…», ἡ Σκεύω δὲν ἤκουσε πλέον ἄλλην φωνὴν ἢ αὐτὴν καὶ μόνην, τὴν ἀντηχοῦσαν εἰς τὰ ἐνδόμυχά της, καὶ χαραχθεῖσαν μὲ πυρίνους χαρακτῆρας ἐπὶ τῆς μητρικῆς καρδίας· καὶ δὲν ἔζησε πλέον ἄλλην ζωήν, ἢ τὴν συνεχομένην μὲ τὴν ζωὴν καὶ μὲ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της, καὶ ἀντανακλωμένην ἀπὸ τὴν κινδυνεύουσαν ὕπαρξιν ἐκείνου.

Ἐπανῆλθεν, ἡ ἔρημη, εἰς τὸ σπιτάκι της. Πῶς ηὗρε τὸν δρόμον; Ποῦ ἐπάτησεν; Ἀπὸ ποῦ ἐπέρασε; ― Ποῖος ἐνθυμεῖτο; Ἤνοιξε τὴν θύραν της. Πῶς ἠμπόρεσε νὰ γυρίσῃ τὸ κλειδὶ εἰς τὴν κλειδότρυπαν; Εἰσῆλθε. Πῶς δὲν ἔπεσεν εἰς τὴν μέσην τοῦ δρόμου;

Ἐγονάτισεν ἐμπρὸς εἰς τὴν Παναγίτσαν της, τὴν μικρὰν ἀσημωμένην Παναγίτσαν, τὴν ἴσην μὲ τὸ τρυφερὸν καὶ λευκὸν μέτωπον τριετιζούσης ἀθῴας κόρης. Ἐγονάτισεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἁι-Νικόλα της, ἐκεῖνον ὅστις ὑπῆρξε συνταξιδιώτης τοῦ ἀνδρός της εἰς τὰ ταξίδια, συγκολυμβητὴς καὶ σωτὴρ εἰς τὰ ναυάγια. Ἐκράτησε τὸ μέτωπόν της μὲ τὰς δύο χεῖρας διὰ νὰ μὴν ἐκραγῇ, τοὺς κροτάφους της διὰ νὰ μὴ ραγισθοῦν, τὴν καρδίαν της διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ. Ἐδοκίμασε νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἡ χείρ της ἡ δεξιὰ ἦτο μολυβδίνη. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», καὶ ἡ γλῶσσά της δὲν ἐγύριζε, καὶ τὰ χείλη της δὲν ἐκινοῦντο, μόνον ἡ ἔννοια τῆς προσευχῆς ἐσχηματίζετο εὐτυχῶς εἰς τὸν νοῦν της. Εἶτα ἀφῆκεν αἴφνης μίαν κραυγήν, καὶ ἤρχισαν νὰ τρέχωσι ποταμὸς τὰ δάκρυά της. Τότε ᾐσθάνθη ἀνακούφισιν καὶ συνέλαβε μικρὰν ἐλπίδα.

Προσηυχήθη ἐπὶ μακρὸν διὰ τὸ παιδί της ― διότι φεῦ! δὲν ἀμφέβαλλεν ὅτι ἡ κλήρα* τῆς εἶχεν εἴπει τὴν ἀλήθειαν, καὶ οὐδ᾽ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἐπιβεβαίωσιν τῆς εἰδήσεως.

Ἔμεινεν ἐπὶ ὥρας γονατιστή, καὶ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ κάματος, καὶ ἐξηπλώθη αὐθορμήτως ἐπὶ τοῦ μικροῦ ἐστρωμένου χαμηλοῦ σοφᾶ* της, τότε συνέλαβε μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶπε μεγαλοφώνως: «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα θὰ πάω. Βαρδιάνος στὰ σπόρκα!»

 

..Δύο κανδῆλαι μὲ μεγάλα μετάλλινα καλύμματα, καταλαδωμένα. Ἓν ἀναλόγιον προσηρμοσμένον ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ τοίχου, πρὸς τὸ μόνον παράθυρον. Τέσσαρα βιβλία, τὸ Ὡρολόγιον, ἡ Ὀκτώηχος, τὸ Ψαλτήριον καὶ ἡ Πανδέκτη, τρίτη εὐτελὴς κανδήλα μὲ μέγα ἐκ λευκοσιδήρου σκούφωμα ἀνερχόμενον καὶ κατερχόμενον διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἰσορροπίας, διὰ νὰ συγκεντρώνῃ τὸ φῶς ἐπὶ τοῦ βιβλίου καὶ ἐπὶ τῆς γενειάδος τοῦ ἀναγινώσκοντος· κανὲν στασίδιον· μία χονδρὴ ράβδος εἰς σχῆμα κεφαλαίου Τ προωρισμένη νὰ χρησιμεύῃ ἀντὶ στασιδίου εἰς τὸν ἀσκητὴν καὶ εἰς τὸν νυκτερινὸν εὐχέτην, τὸν ἐκτελοῦντα τὸν μοναστικὸν κανόνα του δι᾽ ὀρθοστασίας καὶ δι᾽ ἀνακυκλώσεως τοῦ κομβοσχοινίου μὲ τοὺς δακτύλους τῆς δεξιᾶς· τοιοῦτος ἦτο ὁ εὐκτήριος οἶκος τοῦ μετοχίου.

Αἱ κανδῆλαι ἔλαμπον μὲ ἀσύνηθες φῶς, ὄχι καλογηρικόν, καὶ ὡς σωστὰ πυροφάνια, διὰ τῆς ὑάλου τοῦ παραθύρου. Τοῦτο ἐξέπληξε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν Νικόδημον, ἀλλ᾽ οὗτος ἐσυλλογίσθη εὐθὺς ὅτι γυνή τις ἐκ τῶν ἀπὸ χθὲς καὶ προχθὲς γειτονισσῶν του, αἵτινες ἐνοσήλευον οἰκείους πάσχοντας, ἀποβιβασθέντας ἀπὸ τῆς προχθὲς ἐκ τῶν πλοίων καὶ ἐγκατασταθέντας εἰς τὰ τρία ἐκ τῶν κελλίων, θὰ ἤναψεν ἐξ εὐλαβείας τὰ κανδήλια, ἀφοῦ ἐξεφιτίλισε καὶ ἐσήκωσεν ὑψηλὰ τὰς θρυαλλίδας, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαμπον ὡς πυροφάνια ἁλιευτικά. Ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ εἰσῆλθε. Γυνή τις ἐκάθητο εἰς τὸ χθαμαλὸν ἀνάβαθρον, τὸ εὑρισκόμενον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ ἀναλογίου. Ὁ πάτερ Νικόδημος δὲν ἐξεπλάγη. Εἶχε πολλὰς γυναῖκας εἰς τὴν γειτονίαν του πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἀνεγνώρισεν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν. Ἦτο ἡ γεροντοτέρα ἐκ τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἐγγυτέρων γειτονισσῶν του.

―Ἔ! καλημέρα, κυρά· πῶς εἶναι ὁ γυιός σου; ἔκραξεν ὁ Νικόδημος.

Ἡ γυνὴ ἐκοιμᾶτο κ᾽ ἐξύπνησεν ἀποτόμως ἐκ τῆς φωνῆς. Ἐκοίταξεν ἔκπληκτος τὸν μοναχόν.

― Πῶς εἶν᾽ ὁ γυιός σου; ἐπανέλαβεν ὁ Νικόδημος.

― Δὲν ξέρω, παιδάκι μου… ἀπήντησε τρίβουσα τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡ Σκεύω, διότι ἐκείνη ἦτο… Ξέρεις νὰ μοῦ πῇς τί γίνεται; Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐγὼ ἦρθα.

Τὴν φορὰν ταύτην ὁ ἐκπλαγεὶς ἦτο ὁ γέρων μοναχός. Ἐστάθη κοιτάζων τὴν γυναῖκα, καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχε νομίσει κατ᾽ ἀρχὰς ὅτι ἔβλεπεν.

Ἡ Σκεύω ἐπανέλαβε:

― Μοῦ εἶπεν ἀποβραδὺς ὁ γιατρός, ἂς εἶναι καλά, πὼς δὲν ἔχει φόβο, καὶ πὼς θὰ γίνῃ καλά… Σήμερα θὰ πάω μὲς στὸ καράβι νὰ τὸν εὕρω.

Ὁ Νικόδημος, ἂν καὶ ἀπὸ εἰκοσαετίας δὲν εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὴν μικρὰν νῆσον, τὴν ἀνεγνώρισεν ὡς συντοπίτισσαν.

― Τουλόγου σου εἶσαι ἀπὸ δῶ, ξέρω… Γιὰ πές μου τὸ ὄνομά σου…

― Σκεύω.

― Ναί, Σκεύω… Μὲ γνωρίζεις ἐμένα;

― Πῶς! ὁ Νικολάκης τῆς Μανασσίνας δὲν εἶσαι;

― Ναί.

― Πῶς σὲ λένε στὸ καλογερικό σου;

― Νικόδημο.

― Καλὰ εἶσαι, γυιέ μ᾽, τί κάνεις;… Νά, κ᾽ ἐγὼ ἦρθα γιὰ νὰ βρῶ τὸ παιδί μου ποὺ εἶν᾽ ἄρρωστο.

Καὶ διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὰ πράγματα πῶς εἶχον, παραλείψασα νὰ εἴπῃ ὅτι εἶχε φορέσει ἀνδρίκεια καὶ ὅτι εἶχε περάσει ὡς βαρδιάνος.

Ὁ Νικόδημος τὴν παρηγόρησε λέγων ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰς ἐλπίδας της εἰς τὸν Θεόν, καὶ ὅτι ἂν δὲν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ὁ υἱός της. Εἶτα ἤρχισε νὰ ἐκτραγῳδῇ τὰ ἴδια παθήματά του.

― Νά, κ᾽ ἐγὼ πόσα ὑποφέρω… Ἔφτασαν πολλὰ παρτίδα*, ποὺ δὲν εἶχαν ἔρθει ἄλλη φορά. Δὲν μὲ πειράζουν τόσο τὰ καράβια, ὅσο τὰ μικροκάικα… Ἄρχισαν νὰ μοῦ κλέφτουν τὰ σταφύλια, μοῦ ρήμαξαν τὲς κολοκυθιὲς καὶ τὲς μπάμιες… Δὲν μοῦ ἄφησαν γάλα γιὰ νὰ πήξω τυράκι… Μοῦ ἔκλεψαν τὴν Κοτσινή, τὴν κόττα τοῦ πάτερ Σισώη, καὶ τὴν ἔβαλαν στὴ σούβλα καὶ τὴν ἔφαγαν… Μοῦ ἀγρίεψαν τὴ γάττα, τὴν καημένη τὴ Μπαμπή, καὶ τὴν ἔκαμαν νὰ πάρῃ τὰ βουνά.

Ἡ θεια-Σκεύω τοῦ ἐσύστησεν ὑπομονήν, καὶ ὡς συμπέρασμα εἶπεν ὅτι «Ἁμαρτίες εἴχαμε ὅλοι, ἐδῶ ποὺ φτάσαμε».

 
.. ― Καὶ θ᾽ ἀργήσῃς, γερο-Νικόδημε; ἠρώτησε σύννους ἡ Σκεύω.

Ἐσυλλογίζετο πὼς θὰ ἔμενεν ἔρημον τὸ κελλίον τοῦ μοναχοῦ, καὶ διατί νὰ μὴ τῆς τὸ ἐμπιστευθῇ αὐτῆς, διὰ νὰ φέρῃ τὸν υἱόν της νὰ τὸν νοσηλεύσῃ.

― Θὰ καθίσω ἐκεῖ ἀπάνου ὅλον τὸν καιρό, ἕως νὰ περάσῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου, ἀπήντησεν ὁ Νικόδημος. Μάρτυς μου ὁ Θεός, δὲν φεύγω τόσο διότι λυποῦμαι τὰ κατσίκια καὶ τὰ τραγιά… Ἂς τὰ φᾶνε ὅλα, ὅπως φάγανε καὶ τὴν καημένη τὴν Κοτσινή… Μόνον θέλω τὴν ἡσυχία μου… Τί νὰ τὰ κάμω ἐγὼ τὰ κατσίκια καὶ τὰ τραγιά; Ἂς εἶναι καλὰ τὸ μοναστήρι. Μὰ τί νὰ τοὺς κάμω; Εἶμαι ἄμαθος ἀπὸ κόσμο, θεια-Σκεύω… Ἂς εἶναι καλὰ ὁ κόσμος, δὲν μὲ πειράζουν τίποτε… Μόνον θέλω τὴν ἡσυχία μου… Ἂς τὰ φᾶνε ὅλα, ἂς τὰ φᾶνε.

Ἔκαμε κίνημα, καὶ ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην του ἓν κλειδίον.

― Νά, πάρε τὸ κλειδὶ τῆς ἀποθήκης… Ἐκεῖνο τὸ κελλὶ τὸ ξεχωριστό, ποὺ βλέπεις παραπάνω… ἔχει μέσα ὀλίγες μυζῆθρες καὶ τυριά… εἶναι καὶ ὀλίγο κριθάρι τῆς χρονιᾶς καὶ λίγο καλαμπόκι περυσινό… ρόιεψέ* τα, δῶσε στὸν κόσμο νὰ φᾶνε, ἅμα ἰδῇς ὅτι πεινοῦνε… Ἐκεῖ μέσα ἔκλεισα καὶ τὴν καημένη τὴν Πιτσινή, τὴν κόττα τοῦ πάτερ Σισώη… ρίχνε της νὰ τρώῃ, κι ἅμα ἰδῇς πὼς εἶναι ἀνάγκη γιὰ νὰ δυναμώσῃ ὁ γυιός σου, σφάξε την καὶ δός του νὰ πιῇ ζουμί, κι αὐτὴ καὶ δύο πετεινάρια ποὺ θὰ σοῦ στείλω μὲ τὸν παραγυιό μου τὸν Ἀγκόρτζα. Θὰ σοῦ στέλνω κάθε μέρα καὶ γάλα καὶ νωπὸ τυρί… Τί νὰ τὰ κάμω;… Ἂς εἶναι καλὰ ὁ κόσμος… καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγὼ πὼς ἡ καημένη ἡ γάττα μου ἡ Μπαμπὴ μοῦ ἔδειχνε τὸν δρόμο…

Ἡ θεια-Σκεύω κάτι ἤθελε νὰ εἴπῃ, ἀλλ᾽ ὁ πάτερ Νικόδημος, ὅστις εὑρίσκετο εἰς ἀσυνήθη ἔξαψιν, δὲν τῆς ἔδωκε καιρόν.

― Οἱ παλιοὶ οἱ ἀσκητάδες, ξέρεις, θεια-Σκεύω;… Ποῦ νὰ ξέρῃς, τουλόγου σου… Δὲν ἄκουσες ποτὲ νὰ διαβάζουν τὰ Συναξάρια… Ἄκουσες ποτέ σου Λαυσαϊκό;… Ποῦ νὰ ἀκούσῃς τὸ δάσκαλο, τὸν πάτερ Σισώη, νὰ τὸ διαβάζῃ ὄμορφα-ὄμορφα, σιγὰ-σιγὰ καὶ κατανυχτικά, μὲ τὸ λύχνο ποὺ ἔχει κατεβασμένο τὸ φῶς, τὰ μεσάνυχτα στὴν Ἀκολουθία, ἀπάνω στὸ μοναστήρι… Ξέχασα ποὺ δὲν μβαίνουν γυναῖκες μέσα… ποὺ πέφτει ὅλο τὸ φῶς στὸ βιβλίο ἀπάνω καὶ στὸ μισὸ τὸ πρόσωπο καὶ στὴ γενειάδα καὶ στὸ Πολυσταύρι καὶ στὸ Σχῆμα τοῦ διαβαστῆ… καὶ σὰν ἔφτανε ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, οἱ παλιοὶ ἀσκητάδες φεύγανε στὴ μέσα ἔρημο, κ᾽ οἱ μοναστηριακοὶ ἔβγαιναν ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι κ᾽ ἐπήγαιναν ν᾽ ἀσκητέψουν δύο μῆνες στὴν ἔρημο, ἕως τὴν ἑορτὴ τῶν Βαΐων. Καὶ τότε πάλι ἐγύριζαν στὸ μοναστήρι… Ἐγὼ ὁ ἀνάξιος δὲν εἶμαι ἱκανὸς οὔτε τὰ πόδια τους νὰ φιλήσω, μὰ ὣς τόσο κ᾽ ἐγώ, τώρα τὸ χινόπωρο, ποὺ δὲν ἔρχεται μεγάλη σαρακοστή, ἀποφάσισα νὰ φύγω στὴν ἔρημο. Πάρε τὸ κλειδί, καὶ δῶσε στὸν κόσμο ὅ,τι ἔχει μέσα τὸ κελλί, νὰ φᾶνε… Ἂς εἶναι καλὰ ὁ κόσμος. Ὁ Ἅγιος Φλῶρος νὰ τοὺς λυπηθῇ, νὰ διώξῃ τὴν ἀρρώστια… Ἐγὼ θέλω τὴν ἡσυχία μου… ὄχι πὼς μὲ μέλει γιὰ τὰ βοσκήματα… Ἂς τὰ φᾶνε ὅλα, καθὼς ἔφαγαν καὶ τὴν καημένη τὴν Κοτσινή…

― Καὶ τὸ κελλί σου ποῦ θὰ τ᾽ ἀφήσῃς, γερο-Νικόδημε; ἐπρόφθασε καὶ εἶπεν ἡ Σκεύω.

― Τὸ κελλί;… Ἀλήθεια, πῶς εἶναι ὁ γυιός σου; Δὲν τὸν ἔβγαλες ὄξου;

― Εἶπε ὁ γιατρὸς νὰ τὸν βγάλω.

― Καὶ ποῦ θὰ κάμετε κονάκι;

― Δὲ ξέρω… Στὲς μπαράκες, ποὺ φτιάνει ὁ μαστρο-Στάθης.

―Ἀλήθεια, ξέχασα νὰ πῶ… Ἐμένα τὸ κελλὶ δὲν μοῦ χρειάζεται. Καὶ οὔτε τὸ ἐξουσιάζω κιόλα… Ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ τὸ πάρουν… Ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ ἔχω φωλιὰ σὰν καλόγηρος ποὺ εἶμαι… Καλύτερα σεῖς παρὰ ἄλλοι… Φέρε τὸ γυιό σου ἔξω, κ᾽ ἐλᾶτε νὰ καθίσετε στὸ κελλί…

―Ἄ! τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ νά ᾽χῃς… καλὴ ψυχή… καὶ καλὸν παράδεισο, ἀδερφέ μου…

―Ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος… Φέρε τὸ γυιό σου ἔξω. Νά, στὴν πόρτα εἶναι τὸ κλειδί. Ἐδῶ ἔχει καὶ μερικὲς παλιοβελέντζες… Κλείδωσε, σύρε νὰ φέρῃς τὸ γυιό σου, κι ἔλα νὰ κάμετε κονάκι. Ἐγὼ φεύγω. Ἔχε γειά… Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγὼ πὼς ἡ καημένη ἡ Μπαμπὴ μοῦ ἔδειχνε τὸ δρόμο.

Ἔλαβε τὴν δέσμην τῶν ράσων του, τὴν ἔβαλεν εἰς τὸν τορβάν, ἐκρέμασε τὸν τορβὰν περὶ τὴν μασχάλην, ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν κυρτὴν ράβδον του, ἔκαμε τρὶς τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ ἀνεχώρησε.

 

.. Ἐλέχθη ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, τῶν παρασταθέντων τότε ὡς θυμάτων τῆς χολέρας, ἀπέθανον πραγματικῶς ἐκ πείνης. Ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρξεν ὅλως χολέρα. Ἀλλ᾽ ὑπῆρξε τύφλωσις καὶ ἀθλιότης καὶ συμφορὰ ἀνήκουστος. Οἱ ἄνθρωποι, ὅλοι πάσχοντες, ἐσκληρύνοντο κατ᾽ ἀλλήλων, εἰς ἐπίμετρον, καὶ καθίστων τὴν δεινοπάθειαν ἀπείρως μεγαλυτέραν. Οἱ εὔποροι ἐκ τῶν καθαριζομένων ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν πτωχῶν, καὶ ἐμέμφοντο αὐτοὺς ὡς παραιτίους τῆς δυστυχίας δι᾽ αὐτῆς τῆς παρουσίας των. Οἱ πτωχοὶ ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν εὐπόρων, καὶ τοὺς ᾐτιῶντο ὡς προκαλοῦντας τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων διὰ τῆς εὐπορίας των. Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιῶται ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν κατοίκων τῆς πολίχνης, καὶ τοὺς κατηγόρουν ἐπὶ ἀσυνειδήτῳ αἰσχροκερδείᾳ καὶ σκληρότητι, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δέκα μόνον ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τυχοδιωκτικῆς τάξεως, ἥτις πουθενὰ δὲν λείπει, ἦσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ οἱ σκληροὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας. Οἱ κάτοικοι τῆς πολίχνης ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν ταξιδιωτῶν, καὶ ἐμίσουν αὐτούς, διότι εἶχον ἔλθει νὰ τοὺς φέρωσι τὴν χολέραν. Κακὴ ὑποψία, δυσπιστία καὶ ἰδιοτέλεια χωροῦσα μέχρις ἀπανθρωπίας, ἐβασίλευε πανταχοῦ. Ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ φόβος τῆς χολέρας ἦτο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χολέρα ἦτο μόνον πρόφασις, καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἡ ἀλήθεια. Τὸ δαιμόνιον τοῦ φόβου εἶχεν εὕρει ἑπτὰ ἄλλα δαιμόνια πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἶχε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀνθρώπων.