Εἶναι Ἄνοιξη. Ὁ Χριστός μας κηδεύεται μονάχος – Μέρος Γ’

Ἐπίκαιρο διήγημα τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης σὲ συνέχειες

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Μεγάλη Παρασκευὴ μεσημέρι σὲ μιὰ λαϊκὴ συνοικία τῆς Ἀθήνας.

Ὁ Πέτρος, ὅταν ἦταν μικρός, θαύμαζε πολὺ τοὺς ἥρωες τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδας μας. Τοὺς ζήλευε. Πῶς θὰ ἤθελε νὰ ζήσει στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων! Νὰ μαρτυρήσει Χριστό, νὰ τὰ βάλει μὲ Ρωμαίους τυράννους καὶ βάναυσους παγανιστές! Ἀλλὰ καὶ σὲ ὕστερα χρόνια θὰ ἤθελε νὰ βρεθεῖ, νὰ πολεμήσει τοὺς κατακτητὲς τῆς Πατρίδας μας, νὰ ζήσει τὶς ἔνδοξες στιγμές της. Δυστυχῶς ὅμως τοῦ ἔλαχε νὰ ζήσει στὰ χρόνια ποὺ τὴν Ἱστορία τὴν διάβαζαν καὶ δὲν τὴν ζοῦσαν. Ἡ Ἐκκλησία μας ἦταν ἀδιαμφισβήτητη καὶ ἡ Πατρίδα μας ἀσφαλὴς στὴν ἀγκαλιὰ τῶν Εὐρωπαίων. Στὸ Γυμνάσιο καὶ τὸ Λύκειο οἱ ὁμιλίες τῶν καθηγητῶν του γιὰ τὶς Ἐθνικὲς Ἐπετείους του ἀκούγονταν κενὲς καὶ βαρετές. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ κηρύγματα στὴν ἐκκλησία. Ἦταν ὅμως πάντα ἰδεαλιστὴς καὶ φιλότιμος καί, ἀφοῦ δὲν εἶχε νόημα νὰ γίνει ἥρωας γιὰ τὴν Πατρίδα του, ἀποφάσισε νὰ γίνει ἥρωας γιὰ τὴν κοινωνία. Καὶ κάπως ἔτσι πέρασε στὴν Σχολὴ Ἀστυφυλάκων. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του δὲν ἔνιωθε συχνὰ πὼς ὑπηρετοῦσε μὲ ἡρωισμὸ τὴν κοινωνία. Ἀντίθετα, σὲ διαδηλώσεις καὶ περιπολίες ἔβλεπε κάποιες φορὲς τὸν ἑαυτό του νὰ βρίσκεται ἀπέναντί της. Τὰ πρῶτα βήματά του στὸ Σῶμα συνέπεσαν μὲ τὴν περίοδο τῶν ἀναταραχῶν γιὰ τὸ Σκοπιανὸ καὶ γι’ αὐτὸν ἦταν μεγάλη δοκιμασία. Τὸν παρηγοροῦσε ὅμως τὸ ὅτι ἦταν πιστὸς στὸ ὑπηρεσιακὸ καθῆκον. Αὐτὸ ποὺ ἄκουγε ἀπὸ τοὺς παλαιότερους συναδέλφους του νὰ λένε: «Ἐμεῖς ἐντολὲς ἐκτελοῦμε…» σιγά-σιγά , σιγά-σιγά ὅσο ψυχρὸ κι ἂν τοῦ ἀκουγόταν, τὸν ἀνέπαυε. Τὸν βοηθοῦσε σὲ αὐτὸ καὶ ἡ προσωπικὴ ἐχθρότητα μὲ τὴν ὁποία τὸν ἀντιμετώπιζαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πολῖτες ποὺ εἶχε ἀπέναντί του. Ἔτσι τὸ φιλότιμό του ταυτίστηκε μὲ τὸ ὑπηρεσιακὸ καθῆκον καὶ τὴν τήρηση τοῦ νόμου.

– Μάνα ἡ δουλειά μου εἶναι νὰ ὑπηρετῶ τὴν νομιμότητα, καὶ ὄχι νὰ τὴν κρίνω.

– Τὴν ψυχὴ τῆς ἀδελφῆς σου ἀπάνω ἐκεῖ ποὺ εἶναι, ξέρεις πὼς τὴν ἔνοιαξε ἡ νομιμότητα; Παχιὲς κουβέντες λές! Πές μου, πές μου, τί ‘ναι τοῦτο νὰ μὴν μπορῶ νὰ πάω στὸ μνῆμα της νὰ τῆς ἀνάψω ἕνα κερί! Θεέ μου, συγχώρα με! Πῶς τὸ ἐπιτρέπεις; Τρεῖς ἄνθρωποι νὰ τὴν κηδέψουμε 22 χρονῶν νυφούλα! Τὴν πῆρες κοντά σου, καλὰ ἔκανες, μὰ νὰ μὴν μπορῶ νὰ τὴ θρηνήσω;

Ἦταν Παρασκευὴ πρὶν τοῦ Λαζάρου, ὅταν «ἔφυγε» ἡ Ἐλευθερία, ἡ ἀδελφὴ τοῦ Πέτρου. Ὅλα γίναν τόσο γρήγορα… Καλπάζουσα μορφὴ καρκίνου. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ξεκίνησαν οἱ πίκρες. Πάσχα δὲν πρόφθασε… Λόγῳ τῆς ἀπαγόρευσης, ὁ κόσμος στὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία ἦταν λιγοστός. Στὸ νεκροταφεῖο μετρημένοι. Κάθε μέρα δυὸ λεωφορεῖα ἄλλαζε ἡ μάνα γιὰ νὰ φτάσει ὣς τὸ νεκροταφεῖο, μὰ οὔτε ποὺ τὸ ὑπολόγιζε γιὰ νὰ βρεθεῖ στὸ μνῆμα τοῦ παιδιοῦ της. Τὸ ἔκανε καὶ σήμερα κι ἂς τῆς εἶπε ὁ Πέτρος πὼς θὰ ἦταν κλειδωμένα. Ἔφτασε ἐκεῖ καὶ σπάραξε… Ποιός νὰ τὴν ἀκούσει…Ἕνας ὑπάλληλος μὲ μάσκα καὶ γάντια ἐμφανίστηκε γιὰ λίγο καὶ ὕστερα της γύρισε τὴν πλάτη. Τί νὰ τῆς κάνει; Ἔμεινε νὰ βαράει τὸ λουκέτο μὲ τὰ χέρια της, νὰ τραβάει τὶς ἁλυσίδες… Γύρισε πίσω στὸ μαῦρο της τὸ χάλι. Ὁ Πέτρος ἔκανε τὸ λάθος νὰ παραπονεθεῖ, γιατί δὲν τὸν ἄκουσε καὶ μάζεψε ὅλον τὸν καημό της. Τοῦ εἶπε καὶ κουβέντες γιὰ τὴν δουλειά του καὶ τὸ ἄδικο τὸ κράτος.

– Μάνα φεύγω! Ψέλλισε.

– Ναί, νὰ διώξεις τὸν κοσμάκη ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες! Μεγάλη Παρασκευή, Χριστούλη μου, κηδεύεσαι μονάχος σὰν τὴν Ἐλευθερία μου! Ἄχ, Χριστέ μου, συγχώρα με, ἐσὺ εἶχες τὴν Μάρθα ὅμως, δὲν φοβήθηκε, οὔτε καὶ ἐγὼ φοβᾶμαι, ἀλλὰ δὲν εἶχε στὸ μνῆμα Σου φράχτη ψηλὸ καὶ ἁλυσίδες!

Ὁ Πέτρος ξεκίνησε τὴν ὑπηρεσία του βαλαντωμένος. Δουλειά του ἦταν νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ ἀποτρέπει τὴν πρόσβαση πρὸς τὴν ἐκκλησία. «Μηδενικὴ ἀνοχὴ» ἦταν οἱ ὁδηγίες. Ἀπὸ πάνω του σὲ ἕνα μπαλκόνι μιὰ κυρία μιλοῦσε δυνατὰ στὸ κινητὸ καὶ κατηγοροῦσε «τοὺς Χριστιανοταλιμπὰν ποὺ θέλουν σώνει καὶ καλὰ νὰ ἐπιδείξουν τὴν πίστη τους» Τὴν ἐνοχλοῦσε ποὺ χτυποῦσε καὶ ἡ καμπάνα πένθιμα. «Τὴν εἶχαν βάλει στὸ αὐτόματο καὶ οἱ παπᾶδες εἶχαν φύγει. Ἔμεινε νὰ χτυπάει ὅλο τὸ μεσημέρι». Στὸ ἐνδιάμεσο ἀπὸ τὰ τηλεφωνήματα μὲ τὶς φιλενάδες της ἄνοιγε καυγᾶ μὲ ὅσους ἀντιδροῦσαν στὸν Πέτρο γιὰ τὴν ἀπαγόρευση. Κάποια στιγμὴ ὁ Πέτρος διαμαρτυρήθηκε καὶ τῆς ζήτησε νὰ κάνει ἡσυχία καὶ μετὰ μπῆκε καὶ αὐτὸς στὸ στόχαστρό της.

Τὴν ὥρα ποὺ ἔκανε ἔλεγχο στὴν Μάρθα, ὁ Πέτρος εἶχε ἤδη διώξει μερικούς. Ἔκοψε καὶ ἕνα-δύο πρόστιμα καὶ ὕστερα ἀπὸ πολὺ καιρό τον βασάνιζαν σκέψεις γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε. Ὅταν ἡ Μάρθα τοῦ ἔδωσε τὴν ταυτότητά της καὶ διάβασε τὸ ὄνομα, θυμήθηκε τὰ λόγια τῆς μάνας του. Ἦταν ἡ χαριστικὴ βολή. Βούρκωσε. Γύρισε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ γιὰ νὰ μήν τον δεῖ. Ὅταν τὴν ἄφησε νὰ φύγει, ἄκουσε τὰ ἐξ ἁμάξης ἀπὸ τὴν κυρία στὸ μπαλκόνι. Προσπάθησε νὰ τὴν ἠρεμήσει λέγοντας ὅτι «πρέπει νὰ δείξουμε κατανόηση, περνάει δύσκολα ὁ κόσμος» καὶ τότε ἡ μεσόκοπη τὸν κατακεραύνωσε:

– Ἡ δουλειά σας, κύριε, εἶναι νὰ ὑπηρετεῖτε τὴν νομιμότητα καὶ ὄχι νὰ τὴν κρίνετε!

Ὁ Πέτρος θυμήθηκε ξανὰ τὴ μάνα του. «Μεγάλη Παρασκευή, Χριστούλη μου, κηδεύεσαι μονάχος…!» Θυμήθηκε, ὅταν πήγαινε Τετάρτη Δημοτικοῦ, καὶ ἄκουγε στὸ μάθημα Θρησκευτικῶν τὴν δασκάλα του ποὺ ἔλεγε γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Χριστοῦ. «Ἐγὼ ἂν ἤμουν ἐκεῖ δὲν θὰ τὸν εἶχα ἐγκαταλείψει!» ξανάφερε στὸ μυαλό του τὸν παιδικό του λογισμό. Ξαναβούρκωσε. Ἀνέβηκε στὴν μηχανή του καὶ ξεκίνησε πρὸς τὴν ἐκκλησία.

-Ποῦ πάτε, κύριε; Φώναξε ἡ κυρία ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ δευτέρου. Μὰ ὁ Πέτρος δὲν τὴν ἄκουσε καὶ οὔτε ποὺ τὸν ἔνοιαζε νὰ τὴν ἀκούσει.

Ἔφθασε στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας. Εἶδε τὴν πόρτα κλειστὴ καὶ παραδίπλα, κάτω ἀπὸ τὸν πίνακα ἀνακοινώσεων τὴν Μάρθα γονατισμένη. Ἡ μικρή, δίπλα της, τὴν κοιτοῦσε στὰ ἴσια. Ἀνέβηκε τὰ σκαλοπάτια, ἡ Μάρθα γύρισε, τὸν κοίταξε ἦταν δακρυσμένη.

-Τί θέλετε τώρα; Ἀφοῦ μοῦ εἴπατε νὰ περάσω!

-Εἶναι κλειστά; ρώτησε ὁ Πέτρος.

-Μέσα εἶναι, ἀλλὰ δὲν ἀνοίγουν.

Ὁ Πέτρος κτύπησε τὴν πόρτα μὲ δύναμη. Ὁ ψάλτης σταμάτησε καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀκούστηκε ὁ ἱερέας ἀπὸ μέσα «Φύγε εὐλογημένη! Σοῦ εἶπα δὲν γίνεται! Θέλεις νὰ μποῦμε φυλακὴ ἀπόψε;»

Ὁ Πέτρος ἀπάντησε «Ἀνοῖξτε, πάτερ! Ἀστυνομία!»

Ὁ π. Ἰωσὴφ σάστισε. Ξεκλείδωσε τὴν πόρτα. Εἶδε τὸν Πέτρο νὰ τὸν κοιτᾶ σοβαρὸς καὶ δίπλα τὴν Μάρθα νὰ σηκώνεται μὲ σκονισμένη τὴν μαύρη της φούστα. Εἶδε καὶ τὴν Μαρία παραδίπλα νὰ κρατάει σὲ ἕνα ἀλουμινόχαρτο λίγα λουλουδάκια.

-Τί θέλετε; Ξεκίνησα ἀκολουθία, εἶμαι ἀπολύτως νόμιμος! εἶπε ξεψυχισμένα.

– Πάτερ μου νὰ μποῦμε θέλουμε… Ὁ Χριστός μας κηδεύεται μονάχος!

Ὁ π. Ἰωσὴφ ἔνιωσε καὶ πάλι τὸ πρόσωπό του νὰ ἀλλοιώνεται, ὅπως λίγο πρὶν προσκυνήσει. Τοὺς ἄφησε νὰ μποῦνε. Κλείδωσε τὴν πόρτα. Ὅλοι ἦταν βουρκωμένοι. Ἡ μικρὴ Μαρία ξεδίπλωσε τὸ ἀλουμινόχαρτο καὶ ἄρχισε νὰ σκορπίζει μὲ τὰ χεράκια της τὰ πέταλα πάνω στὸν Χριστούλη.

-Πῶς σὲ λένε, κοριτσάκι μου; τὴν ρώτησε ὁ π. Ἰωσήφ.

-Μαρία! τοῦ ἀπάντησε γλυκὰ καὶ ὁ π. Ἰωσήφ τῆς ἀπάντησε «Μαρία! Σὰν τὴν μητέρα μου. Μαρία σὰν τὴν Παναγιά, τὴν μητέρα τοῦ Χριστοῦ μας!

Ὅλα ἔλιωσαν ἐκείνη τὴν ὥρα μέσα στὸν π. Ἰωσήφ. Ὁ κορωνοϊός, οἱ θάνατοι, οἱ μεγαλοδημοσιογράφοι, τὰ διδακτορικά, ἡ ἐγγραφή του ὡς ὑποψηφίου γιὰ τὴν Ἱεραρχία. Γύρισε πρὸς τὸν ψάλτη, τοῦ ἔκανε νόημα νὰ συνεχίσει καὶ μπῆκε στὸ Ἱερό. Ἔκλαψε, ἔκλαψε ὅπως τὸ ποθοῦσε. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ βγεῖ στὴν Ὡραία Πύλη εἶδε τὴν πόρτα ἀπέναντι ποὺ ἦταν κλειδωμένη.

– Μὲ συγχωρεῖτε, ἀδελφοί! Γεώργιε, ἄναψε τὰ ἔξω φῶτα! εἶπε στὸν ἐπίτροπο καὶ πῆγε νὰ ξεκλειδώσει τὴν πόρτα…

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι ὅταν ὁ π. Ἰωσὴφ ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ ἄναψαν τὰ ἔξω φῶτα, ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν γειτονιὰ ἔσπευσε νὰ ἔρθει στὴν ἀκολουθία. Δὲν ἔγινε ἔτσι. Ἄλλωστε θὰ τὸ μαθαίνατε ἀπὸ τὶς καταγγελτικὲς τῆς «Συνάθροισης τῶν Πιστῶν» εἰδήσεις. Κάποιοι λίγοι μπήκανε καὶ ἀπὸ αὐτοὺς λίγοι παρέμειναν.

Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ εἶχα νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα θαῦμα, πὼς ἡ Κυβέρνηση ἔκανε πίσω ἀπὸ κάποιο θεϊκὸ σημάδι καὶ ἄφησε τὶς ἐκκλησίες ἀνοιχτὲς γιὰ τὸ ἑπόμενο βράδυ.

Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν συνέβη. Ὁ Χριστός μας κηδεύτηκε μονάχος του, ὅπως τότε. Μά, ὅπως τότε, ἡ Μάρθα ἐτόλμησε, ὁ Ἰωσὴφ ἀρίστευσε καὶ ὁ Πέτρος μεταμελήθη.

«Προσκυνοῦμεν Σου τὰ Πάθη, Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἔνδοξόν Σου Ἀνάσταση»

ΤΕΛΟΣ