ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Α. ΚΟΚΚΙΝΟΥ – Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ 1821 ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

(24 Μαρτίου 1954)

Ἔχουν συμπληρωθῆ ἑκατὸν δέκα ἓξ ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐγένετο τὸ πρῶτον ἡ τελετὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑορτῆς εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, κατὰ τὴν 25η Μαρτίου τοῦ 1938, καθιερωθείσης διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς ἡμέρας αὐτῆς ὡς Ἐπετείου τῆς ἐνάρξεως τοῦ Μεγάλου Ἀγῶνος.

Βεβαίως τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὅτι κατὰ τὴν 25ην Μαρτίου ἤρχισε ἡ ἐπανάστασις, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πλήρη ἱστορικὴν ἀκρίβειαν. Τὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα εἰς τοὺς διαφόρους τόπους τῆς χώρας ἐξεδηλώθησαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μαρτίου τοῦ 1821 καὶ ἐσυνεχίσθησαν μέχρι τῶν μέσων τοῦ Ἀπριλίου καὶ πέραν τούτων. Κατ’ ἀνάγκην ἡ ἡμέρα τῆς ἐπισήμου ἐπετείου θὰ ἦτο περιεκτικὴ διαφόρων χρονολογιῶν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ μία τῶν ἡμερῶν τοῦ τελευταίου δεκαημέρου τοῦ Μαρτίου, προεκρίθη δὲ ἡ 25η, διότι ἡ κατ’ αὐτὴν συμπίπτουσα μεγίστη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου προσφέρει τὸ μέγα της σύμβολον, σύμβολον νέας ζωῆς εἰς τὴν ἀνάμνησιν τοῦ μεγάλου γεγονότος, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος ὀφείλει τὴν ἀνεξαρτησίαν του.

Δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ λαοῦ τῶν μικρῶν Ἀθηνῶν τοῦ 1838, περιοριζομένων τότε μεταξὺ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, εὑρισκομένης εἰς τὰς παρυφὰς τῆς πόλεως. Ἀνάμεσα ἀπὸ τὰς ἀνεγειρομένας οἰκοδομὰς κατέκειντο ἀκόμη τὰ ἐρείπια τοῦ πολέμου, αἱ οἰκογένειαι εἶχον νωπὰ τὰ πένθη των. Τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ προσελθόντα εἰς τὴν τελετὴν μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς βασιλίσσης, νεωτάτων τότε, ἦσαν προσωπικότητες τοῦ ἀγῶνος καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς τῆς φοβερᾶς δεκαετίας τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τὰ παλληκάρια των, τοὺς χθεσινοὺς νικητὰς τῆς χθές. Καὶ παρ’ αὐτοὺς αἱ χῆραι, τὰ ὀρφανὰ τῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος πεσόντων. Παρευρίσκοντο ἀκόμη εἰς τὴν τελετὴν πολλοὶ ἐκ τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους, οἱ διὰ τῆς ἐνέργειας τοῦ πνευματικοῦ φωτὸς πρόδρομοι τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, καθηγηταὶ ἤδη τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ μόλις ἱδρυθέντος καὶ λειτουργοῦντος. Ἦσαν πολλὰ τὰ μάτια ποὺ ἐδάκρυζαν. ἀλλ’ αὐτὰ ἦσαν τώρα δάκρυα χαρᾶς. Οἱ Ἕλληνες ἐπανηγύριζαν πρώτην φορὰν τὴν μεγάλη των νίκην ὡς ἐλεύθεροι πολῖται ἀνεξάρτητου κράτους διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ὁποίου εἶχαν ἀγωνισθῆ.

Ἔκτοτε πλῆθος πανηγυρικοὶ διὰ τὸ Εἰκοσιένα λόγοι ἐξεφωνήθησαν καὶ δὲν θὰ παύσουν νὰ λέγωνται, χωρὶς ὁ Ἕλλην νὰ κουράζεται νὰ τοὺς ἀκούῃ. Διότι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη ὑπῆρξεν ἡ γεννήτρια τῆς ἐλευθέρας ἐθνικῆς ζωῆς, τὸ νεώτερο μέγα ὁρόσημον εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους· ἡ ἀφετηρία τῆς νεοελληνικῆς πορείας, ὁ ἄφθαρτος κρίκος ὁ συνδέων τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα μὲ ἐκείνην ποὺ ἤρχισε τὴν μεγάλην εἰς ἔργα καὶ δημιουργίαν φωτὸς ζωὴν της εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθόν. Διὰ τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου ἐφάνη λαμπρὰ καὶ αὐταπόδεικτος ἡ συνέχεια τῆς ζωῆς τοῦ Ἔθνους.

Εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς κληροδοτήθη ὅπως τὸ αἷμα μας. Τὸ μέγα γεγονὸς τὸ ὑψῶσαν τὴν μοῖραν τοῦ νέου Ἕλληνος εἰς τὸ ἐπίπεδο τῶν συγχρόνων πολιτισμένων λαῶν. Γεγονὸς ἀπορρεῦσαν ἐκ τῆς ἰδίας ζωτικότητος, ἐκ τῆς ἰδίας ἐσωτερικῆς ἀνάγκης καὶ δυνάμεως, ὥστε κάθε φορὰν ὁ πανηγυρικός του νὰ φαίνεται ἀποκαλυπτικός. Εἶναι πολλαὶ αἱ προσφερόμεναι πρὸς νέον φῶς πλευραὶ τοῦ λαμπροῦ ἐκείνου γεγονότος, καὶ πολὺς ὁ πλοῦτος τῶν περιστατικῶν καὶ τῶν ἐκπληκτικῶν μορφῶν ποὺ ἀνέδειξεν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ὁμιλητὴς δὲν ἔχῃ νὰ προσθέσῃ τίποτε νέον, οὔτε δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν γνωρίζοντα πάρα πολλά, αἱ λέξεις του φθάνουν εἰς τὰ ἄντρα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀκροατῆ κ’ ἐκεῖ γίνεται τὸ θαῦμα νὰ ἀναπλασθῇ καὶ νὰ δονηθῇ καὶ νὰ ἠχήσῃ τὸ Εἰκοσιένα, τὸ φυλαγμένον εἰς τὸν ἐσωτερικό μας κόσμον ὅπως ἡ ἱερὰ μνήμη τῆς ἰδίας μας ζωῆς.

Ἔτσι ἐτόλμησα νὰ δεχθῶ τὴν βαρεῖαν ἐντολὴν τῆς Συγκλήτου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν διὰ τὸν πανηγυρικὸν τῆς μεγάλης ἐπετείου, ἔπειτα ἀπὸ τόσους ἐπιφανεῖς ὁμιλητὰς τῆς λαμπρᾶς ἡμέρας, τινὰς τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν χαρὰν νὰ βλέπωμεν σήμερον ἐντός τοῦ πνευματικοῦ τούτου χώρου καὶ τῶν ὁποίων ζητῶ τὴν συγκατάβασιν.. Ἐδέχθην, διότι ἐγνώριζα ὅτι ὅλοι οἱ παριστάμενοι ἐδῶ ἀπόψε θὰ μὲ βοηθήσετε διὰ τοῦ ἰδίου σας αἰσθήματος.

Βαρεῖα ἦτο ἡ πέτρα τὴν ὁποίαν ἀπέσεισαν ἀπὸ τῶν κεφαλῶν των οἱ Ἕλληνες τοῦ Εἰκοσιένα. Καὶ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ νικηφόρον ἀποτέλεσμα ἐχρειάσθη αἷμα πολὺ καὶ πίστις ἀσάλευτος καὶ ἔπρεπε νὰ προβληθοῦν στήθη ἱκανὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν πανίσχυρον ἀντίπαλον, στήθη τόσον ἡρωϊκά, ὥστε ν’ ἀγωνίζωνται μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποθάνουν διὰ τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων ποὺ θὰ ἐπιζοῦσαν. Τὸ ἄτομο προσεφέρετο εἰς θυσίαν διὰ νὰ δημιουργηθῇ ζωὴ τοῦ ἑλληνικοῦ συνόλου.

Ἐπεδιώχθη δὲ ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἐπετεύχθη τὸ μέγα της ἀποτέλεσμα διὰ τῆς θελήσεως καὶ τῶν προσπαθειῶν ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν ὑποκίνησιν ὡρισμένης κοινωνικῆς τάξεως· οὔτε ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν οἰκονομικῶν συμφερόντων· οὔτε ἀπὸ μίαν ἁπλῆν κακοδαιμονίαν. Οὔτε ἐπήγαζεν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην πολιτικῆς μεταβολῆς. Οὔτε τὴν ἐπροκάλεσε λαϊκὴ ὀργὴ στρεφομένη ἐναντίον ἀνικάνων ἢ ἰδιοτελῶν ἀρχόντων πρὸς ἀντικατάστασίν των διὰ καλυτέρων. Δὲν διαφαίνεται εἰς τὰ κίνητρα τοῦ μεγάλου ἐκείνου Ἀγῶνος κανένα ἀπὸ τὰ

στοιχεῖα ποὺ ἀπετέλεσαν τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως μὲ τὴν ὁποία ἠθέλησαν μερικοὶ νὰ τὴν συσχετίσουν, οὔτε τὰ γνωρίσματα ἄλλου κινήματος ἀνατροπῆς.

Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις ὑπῆρξεν ἐξ ὁλοκλήρου ἐθνική. Ἐξηγέρθησαν ὅλοι κατὰ τοῦ ξένου κυριάρχου. Καὶ οἱ ἐπὶ ἀγράφου ἀριστοκρατικοῦ συστήματος στηριζόμενοι τοπικοὶ ἄρχοντες, οἱ κύριοι ἐκτεταμένων γαιῶν καὶ οἰκονομικῶς ἐπιδρῶντες ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν, καὶ οἱ πλοιοκτῆται, οἱ ἀναπτύξαντες τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, οἱ σχεδὸν ἐλεύθεροι μὲ πλήρη αὐτοδιοίκησιν εἰς τὰς μικρὰς νήσους των, καὶ οἱ πολλοὶ νησιῶται ἐκ τῶν ὁποίων προήρχοντο τὰ πληρώματα τῶν πλοίων, φοβεροὶ ἤδη θαλασσομάχοι ἐκ τῆς γυμναστικῆς τῶν περιπετειῶν των ἀνὰ τὰ πελάγη, καὶ οἱ ἀρματολοὶ καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὰ καπετανάτα τῶν κλεφτῶν, δεινοί πολεμισταὶ καὶ αὐτοί, καὶ ὁ κλῆρος εἰς ὅλην του τὴν ἱεραρχίαν, ὁ ταυτίζων τὸ Ἔθνος μὲ τὴν χριστιανοσύνην, καὶ οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι τῶν πόλεων, καὶ ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός. Ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἠθέλησε τὴν ἐλευθερίαν του.

Τὰς συζητουμένας τότε ἀπὸ δεκαετιῶν εἰς τὴν Εὐρώπην θεωρίας περὶ ἐθνοτήτων ἐλάχιστοι ἐγνώριζαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ὅλοι ἐγνώριζαν ὅτι ἦσαν Ἕλληνες. Καὶ ἀπὸ τὰ κηρύγματα τῶν ἐθναποστόλων ποὺ ἐκινήθησαν κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα, ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἠλέκτριζε ἦτο κυρίως ἡ παρώθησις εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἐλευθερίαν.

Τὸ Ἔθνος τοῦτο δὲν εἶχε παύσει ποτὲ νὰ γνωρίζῃ ἑαυτό. Εἶχεν ὑποστῆ μόνο τὴν σκληρὰν μοῖραν τῆς εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην κατὰ τὸν μεσαίωνα κακοδαιμονίας τῶν λαῶν ἐκ τοῦ κρατοῦντος πολιτικοοικονομικοῦ συστήματος, μοῖραν ἡ ὁποία διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπῆρξε σκληροτέρα ἐκ τῆς θέσεως τῆς χώρας.

Τὸ τραγικὸν 1453 δὲν ὠφείλετο εἰς τὴν παρακμὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν ἄλλων λαῶν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ μεσαιωνικὸς φεουδαλισμὸς εἶχε κατατεμαχίσει τὰ ἄλλοτε μεγάλη κράτη εἰς μικρὰς ἡγεμονίας καὶ εἰς δημοκρατίας, κατ’ ὄνομα μόνον, σαλευομένας ἐκ τῶν ἀδιαλείπτων ἀνταγωνισμῶν τῶν ὀλιγαρχικῶν μερίδων καὶ ἐξησθενημένας. Οἱ λαοὶ τῶν μικρῶν αὐτῶν κρατῶν παρὰ τοὺς συχνοὺς πολέμους ἐσώζοντο λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς των θέσεως. Ἐκινδύνευαν νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὸν δυναστικὸν οἶκον γειτονικοῦ κράτους, ὄχι ὅμως καὶ νὰ εὑρεθοῦν βαρέως ὑποδουλωμένοι ὑπὸ ξένον κατωτέρου πολιτισμοῦ ἐπιδρομέα.

Ἀλλὰ ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἡ κατατεμαχισμένη ἐπίσης εἶχε τὸν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς ἐπιδρομέα πρὸ τῶν πυλῶν της. Καὶ αἱ μεγαλοπρεπεῖς αὐταὶ πύλαι εἶχαν διασεισθῆ ἀπὸ τὰ κτυπήματα αἰώνων. Τὸ μέγα κέντρον, ἡ πόλις τῶν Κωνσταντίνων, εὑρίσκετο εἰς τὴν γέφυραν τῶν ἐναντίον τῆς Εὐρώπης ἐπιδρομῶν ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς, ἄλλοτε ἐκ τῶν βορειοανατολικῶν καὶ ἄλλοτε ἐκ τοῦ ἀνατολικοῦ νότου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ἀπὸ τῆς Δύσεως τυχοδιωκτῶν, τῶν ἡγουμένων ἐνόπλων

δυνάμεων μὲ λάβαρα φέροντα τὸν σταυρόν, ἀλλὰ πράγματι ἐπιδιωκόντων κατακτήσεις καὶ λείαν. Τὸ κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρὰ ἂν εἶχε τηρήσει τὴν ἑνότητά του καὶ τὰ ὅπλα του. Ὅταν δὲ ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ ἀπὸ τῶν Παλαιολόγων, ἐσκέφθη εἰς τὸν Μυστρᾶν, ὡς Δεσπότης τοῦ Μορέως, παρακινούμενος ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς καὶ πολιτικοὺς συμβούλους του, τὴν δημιουργίαν κράτους ἑνιαίου μὲ καθαρὰν τὴ ἑλληνικὴν σύστασιν καὶ μορφὴν ἀπὸ τῶν Τεμπῶν μέχρι τοῦ Ταινάρου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἰσχυρὸν προγεφύρωμα διὰ τὴν ἐκστρατείαν τῆς ἑλληνικῆς ἀναδημιουργίας, ἦτο πλέον πολὺ ἀργά.

Ἡ αὐτοκρατορία, τῆς ὁποίας ὁ Κωνσταντῖνος εἶχεν ἀποδεχθῆ τὸ στέμμα, μὲ τὰ ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν συγκροτηθέντα ἐπὶ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους ὁμογενῆ κρατίδια μὴ ὑπακούοντα εἰς τὸ κέντρον, ἐξασθενημένη, προδοθεῖσα ἀπὸ τοὺς ἰδίους της φίλους, κατέπεσε, μὲ μόνην τὴν μεγάλην δόξαν ὅτι δὲν παρεδόθη. Καὶ αὐτὴ ἡ δόξα ὑπῆρξεν ἡ ἱερὰ κληρονομία τοῦ συντριβέντος καὶ ὑποδουλωθέντος λαοῦ, τηρήσαντος αἰώνιον τὸ ὅραμα τοῦ νεκροῦ του γενναίου αὐτοκράτορος, τοῦ πεσόντος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐξ Ἑλλήνων φρουρᾶς του.

Κατεδείχθη δὲ ἐκ τοῦ δεινοῦ τούτου γεγονότος ἡ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Εὐρώπης σημασία ἰσχυρᾶς ἑλληνικῆς δυνάμεως, ἱκανῆς ν’ ἀμυνθῇ ἐπὶ τῶν πατρίων τούτων ἐδαφῶν. Οἱ ἡγεμόνες τῶν χωρῶν μέχρι τῶν ὁποίων ἔφθαναν αἱ ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς ὁδοὶ καὶ διὰ τῆς θαλάσσης καὶ ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἀνησύχησαν διὰ τὴν ἰδίαν τύχην. Κατεφάνη δὲ καὶ ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἀξία καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Ἕλληνος. Μεταξὺ τῶν εἰς Ἰταλίαν προσφυγόντων ἐκ τῆς ἁλωθείσης χώρας πολλοὶ ἦσαν οἱ φέροντες τὰς δᾷδας τοῦ Ἑλληνικοῦ Φωτός, τὴν μεγάλην συμβολὴν των εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς Ἀναγεννήσεως, τῆς ὁποίας ἄλλως τε αἱ ἀπὸ δύο καὶ πλέον αἰώνων πηγαὶ ἦσαν ἑλληνικαί. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐξόχων πνευματικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν εἰς τὰ μεγάλα πνευματικὰ κέντρα τῆς Ἰταλίας τοὺς θησαυροὺς τῶν ἔργων τῶν Ἑλλήνων κλασσικῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Βυζαντίου, τὰ ὁποῖα κατέστησαν κτῆμα τῶν φωτισμένων ἀνθρώπων πάσης χώρας χάρις εἰς τὴν μόλις πρὸ ὀλίγου ἐφευρεθεῖσαν τυπογραφίαν, πλήθη προσφύγων μετέφεραν εἰς τοὺς τόπους τῆς προσφυγῆς των τοὺς ἐξελιγμένους τρόπους διαβιώσεως, τὸν πολιτισμὸν τῆς ἑλληνικῆς κοινωνικῆς ζωῆς.

Εἰς τὴν Γαλλίαν τοῦ Καρόλου τοῦ Ζ΄, ὅπου ἦτο νωπὸς ὁ ἀπὸ τοῦ βορρᾶ κίνδυνος, καὶ ἐζοῦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἰδῆ τὴν Ἰωάννα Ντ’ Ἂρκ καὶ εἶχαν δεχθῆ τὸ ἀγωνιστικὸν της πνεῦμα καὶ ἐσυνεχίζοντο οἱ ἀγῶνες τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης τοῦ βασιλέως Καρόλου, ὑπῆρξαν συναισθηματικώτεροι παρὰ ἀλλοῦ ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων προσφύγων οἱ ὁποῖοι ἠδυνήθησαν νὰ φθάσουν εἰς τοὺς Παρισίους, τὶς οἶδε κατόπιν ποίων περιπετειῶν.

Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην τῶν Παρισίων φυλάσσεται μακρὸς κατάλογος τῶν κατὰ τὸ 1454 ἀφιχθέντων εἰς τὴν γαλλικὴν πρωτεύουσαν προσφύγων ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ γενικῶς τῆς Ἑλλάδος, συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ διαχειριστοῦ τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς Ματιὲ Μπωβαρλαί. Εἰς τοὺς πρόσφυγας τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται person nalitees grenques ἐδόθησαν ἐτήσιαι μικραὶ συντάξεις.

Σημειοῦνται ὀνόματα γνώριμα: Ὁ κύριος Γεώργιος Βρανᾶς Ἱππότης ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ φέροντες τὸ ἴδιον ὄνομα ἀδελφοὶ Κωνσταντῖνος καὶ Νικόλαος Βρανᾶς, ὁ Δημήτριος Βαρέγκος, ὁ Θεόδωρος Φιλανθρωπηνός, ὁ Μανώλης Ἄγαλος Ἱππότης, ὁ Μιχαὴλ Δρομακώλης, ὁ ἄρχων Ἐμμανουήλ, Παλαιολόγος, ὁ Νικόλαος Τραχανιώτης, ὁ Ἱππότης Ἀνδρόνικος Ζάγαρης ἀναφερόμενος ὡς συγγενής τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁ ἱερεὺς τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας Μαρινάρας καὶ ἄλλοι, ὅλοι προερχόμενοι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Αἱ συντάξεις ὡρίσθησαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ γενναίου ἡγεμόνος ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ ἑκάστου.

Δὲν ἔχει γίνει ἐπὶ τῶν στοιχείων τούτων, ἐφ’ ὅσων γνωρίζω, ἐπαρκὴς ἱστοριοδιφικὴ ἔρευνα, ἀλλὰ καὶ μόνον ἐκ τῶν ὀλίγων αὐτῶν προκύπτουν ἄμεσα διαφωτιστικὰ συμπεράσματα. Ἐνισχύεται τὸ γνωστὸν ὅτι ἡ διαφυγὴ ἐκ τῆς ἁλωθείσης Κωνσταντινουπόλεως ἦτο εὔκολος, ἀφοῦ τόσοι καὶ μάλιστα τιτλοῦχοι καὶ κληρικοὶ ἔφυγαν ἐκεῖθεν ἀφανεῖς, ἀλλ’ ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν ἠθέλησε νὰ φύγῃ μολονότι εἶχε καταστῆ ἐμφανὲς ὅτι ἐλπὶς σωτηρίας τῆς πόλεως δὲν ὑπῆρχε. Καὶ κατὰ δεύτερον αὐτὴ αὕτη ἡ περίθαλψις ἡ συνεπάγουσα ἱκανὴν δαπάνην καταδεικνύει ὄχι μόνον τὸ ἰσχυρὸν πνεῦμα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, τὸ ἱκανὸν νὰ ἐκδηλωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν 15ο αἰῶνα εἰς τὴν Εὐρώπην ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιβλητικότητα τῶν περιθαλπομένων προσώπων. Ὁ βασιλεὺς Κάρολος ἐδέχετο τοὺς Ἕλληνας πρόσφυγας ὅπως ἥρμοζε εἰς πολίτας ἀνήκοντας εἰς λαὸν ἄξιον πάσης τιμῆς καὶ προσοχῆς. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὑπὸ δραματικὰς συνθήκας φιλελληνικὴ πρᾶξις εἰς τὴν Δύσιν, πρᾶξις ἄνευ σκιᾶς ἰδιοτελείας καὶ μὴ ὀφειλομένη εἰς πολιτικὰ ἐλατήρια. Οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τις τότε ἀπὸ τοὺς συντριβέντας Ἕλληνας.

Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ ζωὴ ἀναβαπτισθεῖσα κατὰ τὴν τουρκοκρατίαν μὲ αὐξάνουσαν ζωτικότητα καὶ μὲ τὴν ἠθικὴν ὑπεροχὴν τοῦ ὑποδουλωθέντος ἔθνους ἀπέναντι τοῦ κυριάρχου του ἀπετέλεσε τὴν ἀκατάβλητον δύναμιν ποὺ ἐνήργησε διαβρωτικῶς ἐπὶ τοῦ ὄγκου τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ὑψώθη ἐναντίον της καὶ ἐπέτυχε διὰ τοῦ μοναδικοῦ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν λαῶν Ἀγῶνος τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἑλλήνων.

Ἐχρειάσθη διὰ τοῦτο μακρὰ προπαρασκευή. Ὄχι προπαρασκευή, ὅπως τὴν ἐννοοῦν τὰ σημερινὰ γενικὰ ἐπιτελεῖα, τὰ διαθέτοντα προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπεριορίστους δαπάνας καὶ χαρτογραφικὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἡ ἄδηλος προπαρασκευὴ ἡ ἑξαρτηθεῖσα ἐκ τοῦ χρόνου τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς λαοῦ στερουμένου παντὸς μέσου, ἀλλὰ ἱκανοῦ νὰ ἀντλήσῃ τὴν δύναμίν του ἀπὸ μόνην τὴν ζωτικότητά του καὶ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του.

Εἶναι γνωστὴ ἡ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κατὰ τὴν τουρκοκρατίαν Ἕλληνος σημασία τῶν δύο κυρίων προνομίων ποὺ παραχώρησεν ὁ κατακτητὴς εἰς τὸν ὑποδουλωθέντα λαόν. Τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς προϋπαρχούσης ἑλληνικῆς Κοινότητος. Δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ ρωμαντικῆς πράξεως τοῦ Μωάμεθ τοῦ Β΄, ἀλλὰ περὶ ἀνάγκης τῆς ὀργανώσεως καὶ διοικητικῆς λειτουργίας τοῦ ἐκ τῶν κατακτήσεων προελθόντος μεγάλου Ὀθωμανικοῦ Κράτους, τοῦ μὴ διαθέτοντος τότε παρὰ μόνον πολεμικὰς χεῖρας.

Ἡ Κοινότητα ἐχρειάζετο εἰς τὸν σουλτᾶνον, ὡσὰν ἕνα εἶδος οἰκονομικῆς ἐφορείας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ ὡς ὀργανισμὸς ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς τουρκικῆς διοικήσεως διὰ τὰ ζητήματα τῶν ραγιάδων. Ἡ δὲ Ἐκκλησία, διότι διετήρει μόνιμον ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς θρησκείας τὸν διαχωρισμὸν τοῦ λαοῦ τῶν κυρίων, ὅπως ἐθεώρουν ἑαυτοὺς οἱ Ὀθωμανοὶ καὶ τῶν πληθυσμῶν τῶν δούλων τῶν προωρισμένων νὰ ἐργάζωνται καὶ νὰ φορολογοῦνται. Ἀλλὰ διὰ τούτων παρείχετο εἰς τοὺς ραγιάδες στοιχειώδης αὐτοδιοίκησις. Καὶ ἡ μὲν Κοινότης ἀπέβη ἑστία ἐθνική, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἤρχισαν νὰ σχηματίζωνται πάλιν ἑλληνικαὶ περιουσίαι, ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ ἑλληνικὴ ναυτιλία, εἰς δὲ τὴν Ἐκκλησίαν ὁ Ἕλλην ᾐσθάνετο ἑαυτὸν ὡς ἐντὸς ἠθικοῦ καταφυγίου. Ἡ Ἐκκλησία εἶχεν ἐπὶ πλέον ἀναλάβει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ διεξῆγεν, ὅπως τοῦτο ἦτο δυνατόν, τὸ ἔργον τῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὴν πρώτην καὶ βαρυτέραν περίοδον τῆς κατακτήσεως δάσκαλος ἦτο ὁ παπᾶς. «Τὸ κρυφὸ σχολειὸ» δὲν εἶναι θρῦλος. Εἶναι πραγματικότης καὶ ἔχει περιγραφῆ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας καὶ ἀπὸ ξένους περιηγηθέντας τότε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἀπὸ «τὸ κρυφὸ σχολειὸ» προῆλθαν ἔπειτα ὠργανωμένα σχολεῖα μὲ φωτισμένους δασκάλους. Κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα ὄχι μόνον τὰ σχολεῖα ἐπολλαπλασιάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἱδρύθησαν ἀνώτεραι σχολαί. Ἐμορφοῦτο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νεοελληνικὸν πνεῦμα καὶ ἑλληνικὴ πνευματικὴ ἡγεσία.

Ἄλλη δὲ δύναμις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐσχηματίζετο ἐν τῷ μεταξύ. Ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων τῆς ὑποδουλώσεως, πολλοὶ μὴ ἀνεχόμενοι τὸν κατακτητὴν κατέφευγαν ἔνοπλοι εἰς τὰ βουνά, καὶ ἔτσι διεμορφώθησαν μὲ τὸν καιρὸν σώματα μονίμων ἐπαναστατῶν, τῶν κλεφτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθαν οἱ ἀρματολοί. Τὸ ἑλληνικὸ βουνὸ ἔδωσε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἀπρόσιτον εἰς τὸν σουλτανικὸν στρατὸν χῶρον, ὁ ὁποῖος ἐπεῖχε θέσιν ἐσωτερικοῦ προγεφυρώματος ἐναντίον τοῦ δυνάστου. Ἡ Ἑλλὰς παρεῖχε τὴν εἰκόνα χώρας ποὺ δὲν κατέστη, οὔτε θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ ὑποταγῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἐδημιουργήθη ἰδιάζων ἐθνικὸς στρατός. Τὴν δὲ ἀξίαν τῶν ἡγετῶν τῆς ἐνόπλου αὐτῆς δυνάμεως τοῦ Ἔθνους φανερώνει ἡ χρησιμοποίησις τούτων κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 19ου αἰῶνος ὡς ἀξιωματικῶν, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀλληλοδιαδόχως καταλαβόντων τὴν Ἑπτάνησον εὐρωπαίων, τῶν Ρώσσων, τῶν Γάλλων καὶ τῶν Ἄγγλων.

Ἐνῷ δὲ ὁ Ἕλλην, ἐργαζόμενος σκληρῶς, ἐξελισσόμενος εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα τὰ ἐξυπηρετοῦντα τὴν κοινωνικὴν ζωήν, ἀνήρχετο οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς, ἀπέκτα χρῆμα καὶ πεῖραν, ἀνέπτυσσε τὴν μαχητικότητά του καὶ τὰ μέσα τῆς ἐπικρατήσεως καὶ ἐφωτίζετο ὁλοένα καὶ περισσότερον διὰ τῶν σχολείων του, ὁ ὀργανισμὸς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοκρατορίας, καὶ οἱ διοικοῦντες καὶ οἱ ὁμογενεῖς των πληθυσμοί, παρέμειναν καὶ μετὰ τὴν πάροδον αἰώνων, ὅπως τὴν ἐπαύριον τῶν μεγάλων κατακτήσεων τοῦ 15ου αἰῶνος, βαρεῖς, μακρὰν πάσης συντελουμένης εἰς τὴν Εὐρώπην προόδου, διαθέτοντες τὰ πλούτη των διὰ τὰς πρωτόγονους χαρὰς τῆς διαρκοῦς ἀδρανείας, ζημιοῦντες καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ κράτος των ἀπὸ τὸ ἄγραφον δικαίωμα πρὸς ἀργίαν τοῦ μὴ ἐξελιχθέντος αὐθέντου καὶ ἀπὸ τὸ γενικευθὲν φιλοδώρημα, τὸ μπαξίς, τὸ καθιερωθὲν καὶ ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ σουλτάνου Μουρὰτ τοῦ Γ΄ διὰ τοῦ ὁποίου ἐξησφαλίζετο ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὰς περισσοτέρας φοράς, ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἀδίκου.

Ἔτσι εἶχε τελεσθῆ κατὰ τὸ διάστημα αἰώνων ἄδηλος ἐν εἰρήνῃ πάλη μεταξύ του κατακτητοῦ καὶ τοῦ ὑποδούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκράτει ἠθικῶς, ἐνῷ ταυτοχρόνως ηὔξανε καὶ τὰ οἰκονομικά του μέσα, ὁ ἑλληνικὸς λαός.

Ἀλλὰ ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνάπτυξις τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, ἐνίσχυσε τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν. Οἱ Ἕλληνες οἱ γνωρίζοντες τὴν μεγάλην ἠθικὴν των κληρονομίαν δὲν ἠνείχοντο τὸν κύριον των, ἀπέναντί τοῦ ὁποίου, τὸ ἔβλεπαν ὅτι ὑπερεῖχαν. Ὁ ραγιὰς ἔτρεμε τὸν «ἀφέντην», ἀλλὰ ταυτοχρόνως τὸν περιεφρόνει. Καὶ ὁ τρόμος ὁ προκαλούμενος ἀπὸ τὴν πρωτόγονον διοίκησιν καὶ τὰς τραχύτητάς της ἀπέναντι τοῦ κατωτέρου ἠθικῶς παρὰ τὴν ἀλαζονείαν του κυρίου, ὅπως καὶ ἡ ἐκ τῆς κατωτερότητός του αἴσθησις ἀνέπτυσσαν τοὺς πόθους τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τὴν διάθεσιν πρὸς ἐπανάστασιν.

Ἡ ἀπήχησις δὲ τῶν πόθων τούτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἦτο τόσον αἰσθητή, ὥστε τοὺς ἐξεμεταλλεύθησαν ξένοι δι’ ἰδίους σκοπούς. Ἐννοοῦμεν τὰς ἐπανειλημμένας κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα ἐπιχειρήσεις τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία ἐπέτυχε σημαντικὰ ἀνταλλάγματα ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας κατόπιν τῆς ὑποκινήσεως τῶν Ἑλλήνων εἰς ἐπανάστασιν.

Ἡ ἐξαισία δὲ ἔκφρασις τῶν δι’ ἐπαναστάσεως ἐθνικῶν ἐπιδιώξεων ἦτο ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ρήγα. Ὅ,τι εἶχε σπαρῆ κατὰ τὴν περίοδο τῆς δουλείας εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων ἐγονιμοποιήθη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ρήγα, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔδωσε εἰς τὸ ὄνειρον τῆς ἀπολυτρώσεως μορφὴν σχεδίου καὶ προγράμματος καὶ ἐσχημάτισε μυστικὴν ἑταιρείαν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴν προπαρασκευὴν της. Ὁ δραματικὸς θάνατος τοῦ Ἐθναποστόλου ἐπροκάλεσε τὴν ὀδύνην παντοῦ, ὅπου εἶχε φθάσει τὸ ὄνομά του καὶ εἶχαν γίνει γνωσταὶ αἱ ἀπολυτρωτικαὶ του προσπάθειαι.

Ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία τῶν κατὰ τὸν αἰῶνα ἐκεῖνον ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίζοντο ὅλαι εἰς ἐξωτερικὰς ὑποκινήσεις ἢ εἰς συνεννοήσεις μὲ ξένους, ἔκαμε ν’ ἀρχίσῃ νὰ ἐκδηλώνεται ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων τοῦ 19ου αἰῶνος πνεῦμα δυσπιστίας ἀπέναντι τῶν ξένων καὶ τῶν διαθέσεών των πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ζωηρὰ ἐκδήλωσις τοῦ πνεύματος τούτου ὑπῆρξεν ἡ «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ἐκτεταμένη ἐπαναστατικὴ προκήρυξις ἐκτυπωθεῖσα εἰς τὴν Πίζαν κατὰ τὸ 1816. Δία τῆς προκηρύξεως αὐτῆς ἐφιστᾶτο κυρίως ἡ προσοχὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ μὴ προσφεύγουν εἰς τὴν βοήθειαν ξένων διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν.

Εἶχε διαμορφωθῆ πλέον ἡ πεποίθησις ὅτι μόνον διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ μεγάλη ἐπιχείρησις τῆς ἀπολυτρώσεως. Τοῦτο κατεδείκνυε τὴν ὡριμότητα τῆς ἐπαναστατικῆς ἰδέας καὶ τὴν ἀγωνιστικὴν διάθεσιν καὶ ἱκανότητα τοῦ Ἕλληνος.

Οἱ ζωηρότεροι ἀπὸ τοὺς πατριώτας ὡμίλουν διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερα, μολονότι λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου καὶ τῶν κατὰ τόπους ἀρχόντων τὰ δεσμὰ εἶχαν καταστῆ ἐλαφρότερα, πολλοὶ ᾐσθάνοντο τώρα βαθύτερα τὸν πόνο τῆς δουλείας καὶ ἀνέμεναν νὰ ἐμφανισθῇ κάποιος ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὁμογενεῖς διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἡγεσίαν τῆς ἐπαναστατικῆς ὀργανώσεως καὶ τοῦ Ἀγῶνος.

Ἡ ἡγετικὴ ἐν τούτοις μορφή, ἡ ἀναμενόμενη ὡς ὁ Μεσσίας, δὲν ἐφαίνετο. Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπιφανεστάτους Ἕλληνας, τοὺς διαθέτοντας μέγα κῦρος καὶ συζητοῦντας πράγματι τότε τὸ θέμα περὶ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τοῦ κινήματος, δὲν εἶχε τὸν δυναμισμὸν ἀρχηγοῦ ἐπαναστάσεως καὶ πίστιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἀγῶνος σκληροῦ ὅπως αὐτὸς ποὺ θὰ ἀπῃτεῖτο.

Ἀλλὰ ἡ ἐπαναστατικὴ θέλησις ἦτο τόσο διάχυτος, ὥστε εἶχε τὴν ἐξέλιξίν της. Ἡ πρωτοβουλία ἀνεπήδησε εἰς τὰς μικροαστικὰς τάξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἦσαν ὄχι μόνον οἱ ἔχοντες φωτισμένην τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἀλλὰ καὶ οἱ διαφλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθον τῆς ἐλευθερίας καὶ ριψοκίνδυνοι καὶ μὴ κατεχόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνασταλτικοῦ παντὸς ἀγῶνος σκεπτικισμοῦ.

Ἀπὸ αὐτοὺς ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἵδρυσαν κατὰ τὸ 1814 εἰς τὴν Ὀδησσὸν τὴν Φιλικὴν Ἑταιρείαν.

Δὲν ἦσαν δικηγόροι, ὅπως οἱ προετοιμάσαντες εἰς τὴν Γαλλίαν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789, μὲ τὴν σκέψιν διαποτισμένην ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν μεγάλων ἐγκυκλοπαιδιστῶν, δρῶντες σχεδὸν ἐλευθέρως ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κέντρου τοῦ κράτους των, ἱκανοὶ νὰ ἐκφωνοῦν λόγους πυρίνους διὰ νὰ παρασύρουν πλήθη δυσαρεστημένων ἐκ τῆς κακοδαιμονίας καὶ ἀποβλέποντες εἰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ εἰς κοινωνικὴν ἀνασύνθεσιν.

Ἦσαν ὀλίγοι, ἀφανεῖς καὶ ἄσημοι ἄνθρωποι, ὁ Σκουφᾶς, ὁ Τσακάλωφ, ὁ Ἀναγνωστόπουλος καὶ ὁ Ξάνθος, τρεῖς μετρίων ἐπιχειρήσεων ἔμποροι καὶ ἕνας φοιτητής. Ὁ σκοπὸς των ἦτο μέγας. Ἡ δημιουργία ἐλευθέρας Πατρίδος διὰ τὴν ὁποίαν ἀπῃτεῖτο ἀγὼν τραγικὸς ἐναντίον αὐτοκρατορίας πολεμικῆς καὶ πανισχύρου καὶ ἐντὸς αὐτῶν τούτων τῶν ἐδαφῶν της. Δὲν διέθεταν πρὸς τοῦτο ὑλικὰ μέσα, οὔτε ρητορικήν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσουν φανερὰ εἰς τὸν λαὸν των. Δὲν εἶχαν νὰ προσφέρουν παρὰ μόνον τὴν ψυχὴν των.

Ἡ μυστικὴ Ἑταιρεία τὴν ὁποίαν ἵδρυσαν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν διέγερσιν γενικοῦ ἐπαναστατικοῦ πνεύματος εἰς τὸν ἑλληνικὸν κόσμον διὰ τῆς μυήσεως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων πατριωτῶν, διὰ νὰ ὀργανωθῇ ὁ ἀγών. Σύμφωνα πρὸς τὸν συνωμοτικὸν χαρακτῆρα τῆς Ἑταιρείας τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀρχὴν ἔμεναν μυστικά. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι Φιλικοὶ θὰ ἐπροσπαθοῦσαν νὰ μὴν ἀποκαλυφθοῦν εἰς τοὺς μυομένους ὡς ἀρχηγοί. Διότι τὰ ὀνόματά των δὲν ἔλεγαν τίποτε εἰς τοὺς πολλούς. Ἦσαν ἀπόστολοι, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν, ἀλλ’ ἀπόστολοι χωρὶς Ἰησοῦν. Τὸν Ἰησοῦν των τὸν εἶχαν εἰς τὴν ψυχὴν των. Ἦτο ἡ ἰδέα καὶ ὁ πόθος τῆς ἐλευθερίας. Καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἔπειτα ἀπὸ σκληρὰς προσπαθείας ἕξη χρόνων, ὅταν οἱ μυηθέντες εἰς τὴν ἑταιρείαν ἠριθμοῦντο κατὰ χιλιάδας καὶ τὸ μυστικὸν ἔτρεχε εἰς τοὺς δρόμους, ἀνεζήτησαν ἀρχηγὸν διὰ τὸν ἀγῶνα, ἱστάμενον πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἐκεῖνοι ἐθεώρησαν τὴν ἀποστολὴν τῶν τελειωμένην.

Ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπέδωσεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν. Καὶ συνετέλεσεν εἰς τοῦτο ὄχι μόνον ἡ βαθεῖα πίστις τῶν πρωτεργατῶν της εἰς τὴν ἰδέαν,ποὺ τοὺς εἶχε φέρει ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τὸ 1814, καὶ ἡ ἐκ ταύτης δραστηριότης των, ἀλλὰ κυρίως τὸ ὅτι εὑρῆκαν πρόσφορον ἔδαφος. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέμενε νὰ τοῦ εἰποῦν ὅτι εἶχεν ἔλθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Αἱ καρδίαι κατείχοντο ἤδη ἀπὸ τὸν πυρετὸν τῆς ἐπαναστάσεως πρὶν ἀναδυθοῦν ἀκόμη αἱ σωτήριαι φλόγες.

Εἰς τοῦτο ὠφείλετο ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς εἰσβολῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου εἰς τὴν Μολδοβλαχίαν δὲν ἀνεκόπη ὁ ἀγών, ὁ προοδεύων εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὴν Στερεάν.

Ἦτο δὲ ὁ προσφορώτερος διὰ τὴν ἐπανάστασιν χρόνος. Ὀλίγα χρόνια ἀργότερα τὸ κίνημα θὰ ἦτο πολὺ δυσκολώτερον, ἂν ὄχι ἀδύνατον. Ὁ σουλτᾶνος Μαχμοὺτ ὁ Β΄, ἕνας ἡγεμὼν μὲ ἀναμορφωτικὸν διὰ τὴν ἐποχὴν του πνεῦμα, δὲν εἶχε προφθάσει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἀναδιοργανωτικόν του πρόγραμμα καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατόν του ἀπὸ τὸ καρκίνωμα τῶν σωμάτων τῶν ἀπειθάρχων γενιτσάρων, πρᾶγμα ποὺ τὸ ἔκαμεν ἀργότερα. Κατὰ τὴν ἔναρξιν δὲ τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τὸν σοβαρὸν περισπασμὸν τῆς στάσεως τοῦ ἰσχυροῦ Ἀλῆ πασᾶ τῆς Ἠπείρου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου εἶχον διατεθῆ αἱ μεγάλαι στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῆς Στερεᾶς καὶ ὁ ἐκ τῶν ἱκανωτέρων τότε Τούρκων στρατηγὸς Χουρσὶτ πασᾶς. Ἔτσι δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ κεραυνοβόλα μέτρα, πρὶν ἐνισχυθοῦν ἐκ τῶν πρώτων ἐπιτυχιῶν των οἱ ἐξεγερθέντες Ἕλληνες. Μετ’ ὀλίγας δὲ δεκαετίας ἡ διὰ τοῦ ἀτμοῦ ταχεῖα κίνησις τῶν θαλασσίων πολεμικῶν δυνάμεων καὶ ἡ διὰ τηλεγράφου ἐξυπηρέτησις, μέσα προσιτὰ μόνον εἰς ὀργανωμένα πλούσια κράτη, θὰ ἐνίσχυον τὴν πολεμικὴν δύναμιν τῆς αὐτοκρατορίας.

Τὸ ἐκπληκτικὸν ὅμως εἶναι ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἤρχισε καὶ ἐκραταιώθη χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ὁ ἀπαιτούμενος διὰ κίνημα τόσον μέγας ἐξοπλισμός. Κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1821 δὲν διετίθεντο ὅπλα ἱκανὰ πρὸς ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν ἰσχυρῶν τουρκικῶν φρουρῶν τῶν διαφόρων τόπων καὶ ἐξουδετέρωσίν των.

Εἰς τὴν Πελοπόννησον ὡπλισμένοι ἦσαν μόνονν οἱ Μανιάται καὶ οἱ ἀπομείναντες ἐκ τῶν παλαιοτέρων καπετανάτων τῶν κλεφτῶν καὶ ἤδη ἀποτελοῦντες τὰς ἐνόπλους μικρὰς σωματοφυλακὰς τῶν ἰσχυρῶν προκρίτων, καθὼς καὶ οἱ ἐπανελθόντες ἐκ τῆς Ζακύνθου ὀλίγοι στρατιωτικοί, οἱ ὑπηρετοῦντες ἕως τότε εἰς τὰ τάγματα τὰ συγκροτηθέντα ἀπὸ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τὴν Ἑπτάνησον. Ὑπῆρχαν ἀκόμη ὀλίγα κρυμμένα ὃπλα ἀπὸ τὰ τηρούμενα διὰ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν ὕπαιθρον. Τὰ πυρομαχικὰ ἦσαν ὀλίγα. Διετέθη ἀμέσως διὰ τὰς πρὸς τὴν Μεσσηνίαν ἐπιχειρήσεις τὸ φορτίον τῆς πυρίτιδος καὶ ἄλλων εἰδῶν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ποὺ εἶχε φέρει διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ναυλωθέντος πλοίου ἀπὸ τὴν Σμύρνην καὶ τὸ Ἀϊβαλῆ ὁ Παπαφλέσσας μαζὶ μὲ τὴν φλόγαν τῆς ἀδαμάστου ψυχῆς του. Ἐλειτούργουν δὲ μόνον οἱ πυριτιδόμυλοι τῆς Δημητσάνας καὶ μικρότεροι τῆς Δίβρης τῆς Ἠλείας μὲ ἀγωνιώδεις προσπαθείας διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν πρώτων ὑλῶν.

Εἰς τὴν στερεὰν τὰ ὃπλα ἦσαν πολὺ περισσότερα, διότι ἐκεῖ προϋπῆρχαν τὰ μεγάλα σώματα τῶν ἀρματολῶν καὶ τῶν κλεφτῶν, προσελθόντα ἀμέσως εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἐνισχυθέντα ὀλίγον ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Σουλιώτας. Ἐναντίον ὅμως τούτων ἐξεστράτευαν ἰσχυρὰ στρατεύματα διαθέτοντα καὶ πυροβολικὸν ἀπὸ τὴν Λαμίαν καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ὅπου εὑρίσκοντο μὲ πολλὰς δυνάμεις αἱ βάσεις τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκ δὲ τῶν νήσων πλὴν τῶν τριῶν ναυτικῶν βάσεων, τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν καὶ τῶν Ψαρῶν, τῶν ὁποίων οἱ λιμένες διέθεταν ἀκόμη καὶ πυροβολεῖα, ἔνοπλοι πολλοὶ ὑπῆρχαν εἰς τὴν Κρήτην, ὅπου καὶ πολύνεκρος ἦτο ὁ σύγχρονος πρὸς τὴν ὅλην ἐπανάστασιν ἀγὼν κατὰ τὴν διάρκειαν τριῶν σχεδὸν ἐτῶν, καὶ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν Σάμον ἀμυνθεῖσαν μέχρι τέλους διὰ τῶν ἰδίων της μέσων.

Ἀλλ’ ὁ ταχὺς ἐξοπλισμός, εἰς τὴν Πελοπόννησον κυρίως, ἔγινε κατὰ τρόπον ἀπρόοπτον φανερώνοντα τὴν ἀκαταμάχητον ὁρμὴν τῆς ἐπαναστάσεως. Δία τῶν ἀσυγκρατήτων ἐφορμήσεων των οἱ ἐπαναστάται ἠνάγκαζαν τοὺς στρατιώτας τοῦ ἀντιπάλου νὰ φεύγουν ἀπορρίπτοντες τὰ ὅπλα καὶ διὰ νὰ εἶναι ἐλαφρότεροι, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἀπασχολοῦν τοὺς διώκτας καὶ νὰ κερδίζουν χρόνον. Ἡ μάχη τοῦ Βαλτετσίου, ἡ ὁποία ἔδωσε καὶ τὴν πρώτην νίκην, εἶχε μεταξὺ τῶν σημαντικῶν ἀποτελεσμάτων της καὶ τὸ κέρδος ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀπεκόμισαν μέγαν ἀριθμὸν ὅπλων. Ἡ δὲ ἅλωσις τῆς Τριπολιτσᾶς παρέσχε εἰς τοὺς νικητὰς μεγάλας ἀποθήκας πλήρεις ὅπλων καὶ πολεμικοῦ ὑλικοῦ.

Ὁ Ἕλλην ἤρχισεν καὶ ἔφερεν εἰς τὸ τέρμα τὸν ἀγῶνα του διὰ μόνης τῆς ἀποφασιστικότητός του, ἡ ὁποία ἦτο σχεδὸν πάντοτε δραματική, διότι εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ συντριπτικὰς δυνάμεις. Ὃταν συνῆλθαν εἰς τὴν μονὴν τῆς Ἁγίας Λαύρας οἱ πρόκριτοι τῆς Ἀχαΐας, οἱ ἀρνούμενοι νὰ ὑπακούσουν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ καϊμακάμη καὶ νὰ μεταβοῦν ἐκεῖ ὅπου τοὺς ἀνέμενεν ἡ εἱρκτὴ ὡς μαῦρος προθάλαμος τοῦ τάφου καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κηρύξουν τὴν ἐπανάστασιν, ἐγνώριζαν ὅτι ἀποδύονται εἰς ἄδηλον ἀγῶνα διὰ τὸν ὁποῖον τίποτε σχεδὸν δὲν εἶχε προπαρασκευσθῆ. Οἱ δὲ εἰσβαλόντες εἰς τὴν Καλαμάταν δὲν ἔκριναν κατορθωτὸν κατ’ ἀρχὰς παρὰ νὰ βαδίσουν κατὰ τῶν παραθαλασσίων φρουρίων, τῶν ὁποίων αἱ φρουραὶ ἦσαν σχετικῶς μικραί, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι ἦτο εὔκολον νὰ τὰς καταβάλουν. Μόνον ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μὴ ἔχων τότε ἄλλο ἐφόδιον παρὰ μόνον τὸν στρατηγικόν του νοῦν καὶ τὴν ἀκατάβλητον θέλησίν του, ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην νὰ στραφοῦν ἐναντίον τῆς Τριπολιτσᾶς, τοῦ ἰσχυροτάτου κέντρου τοῦ ἐχθροῦ, χωρὶς τὴν ἐκμηδένισιν τοῦ ὁποίου κάθε ἄλλη ἐπαναστατικὴ ἐπιτυχία δὲν θὰ εἶχε σοβαρὰν σημασίαν. Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸ ἐχθρικὸν κέντρον μὲ πολὺ ὀλίγους ἄνδρας κατ’ ἀρχάς, μὴ διαθέτων τότε ὁ ἴδιος κἂν ἀτομικὸν ὅπλον.

Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸν ποταμὸν τῆς Καλαμάτας, ὅπου καθηγιάσθησαν τὰ ὅπλα τῶν Μανιατῶν καὶ πρὸ τοῦ πελωρίου ξυλίνου σταυροῦ, τοῦ στηθέντος εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Πατρῶν, ὁ ὅρκος τῶν ἐπαναστατῶν ἦτο φοβερός.

«Ἐλευθερία ἢ θάνατος».

Ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ νίκη δὲν θὰ ἀπέμενε παρὰ ὁ ὄλεθρος.

Εἰς δὲ τὰς δύο πρώτας ἐπαναστατικὰς διακηρύξεις πρὸς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἀνακτοβούλια, ἀφ’ ἑνός τοῦ Πετρόμπεη, καὶ τῶν προκρίτων τῆς Ἀχαΐας ἀφ’ ἑτέρου, ἦτο σαφὴς ἡ δήλωσις ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀπεφάσισαν ἢ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν των ἢ νὰ πέσουν μαχόμενοι.

Ἔτσι ἐπῆλθε τὸ θαῦμα. Ἐντός τοῦ πρώτου ἔτους ἔπεσεν ἡ Τριπολιτσά, ἠλευθερώθη σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ Πελοπόννησος καὶ εὑρέθησαν εἰς ἑλληνικὰς χεῖρας ἡ Ἀττική, αἱ γειτονικαὶ της ἐπαρχίαι, καὶ ἡ Αἰτωλοακαρνανία καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1822 ἐκυριεύθη καὶ τὸ κρινόμενον ἕως τότε ὑπὸ τῶν Εὐρωπαίων στρατιωτικῶν ὡς ἀπόρθητον φρούριον τοῦ Ναυπλίου. Αἱ ἐκστρατεῖαι διαφόρων πασάδων ἀπετύγχαναν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην. Ματαίως ἐπολιορκήθη κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τὸ Μεσολόγγι καὶ ἡ μεγάλη διὰ τὴν ἐποχὴν στρατιὰ τοῦ Δράμαλη κατεκόπη εἰς τὰ Δερβενάκια. Τὰ ἑλληνικὰ πυρπολικὰ ἐθαυματούργουν ἐν τῷ μεταξύ, ἀπετολμῶντο δὲ ὑπὸ τοῦ γενναίου ἀλλὰ καὶ στρατηγικοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη ἀκόμη καὶ ναυμαχίαι κατὰ παράταξιν.

Ἡ ἐπανάστασις θὰ εἶχε ταχύτερον καὶ εὐτυχέστερον τέρμα, ἂν δὲν ἐμεσολάβει ὁ ὀλέθριος καὶ ὄχι σπάνιος δυστυχῶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων διχασμός.

Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀποβιβασθοῦν εἰς τὴν Μεσσηνίαν χωρὶς καμμίαν σχεδὸν ἀντίδρασιν αἱ δυνάμεις τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ τοῦ τόσον ταλανίσαντος τὴν χώραν, καὶ ἐνῷ ὁ φυσικὸς ἀρχηγὸς τῶν δυνάμεων τῆς Πελοποννήσου, ὁ Κολοκοτρώνης, εὑρίσκετο εἰς τὴν φυλακὴν κρατούμενος ὑπὸ τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων. Ἡ ἄμυνα ἐσυνεχίσθη εἰς τὴν Πελοπόννησον διὰ μόνον τῶν μικρῶν δυνάμεων ποὺ διέθετεν ὁ ἀποφυλακισθεὶς ἀργότερα ἀρχηγὸς καὶ συνεκεντρώθη ὁ ἀγὼν εἰς τὸ Μεσολόγγι, ὅπου ἐπολέμησαν οἱ Πανέλληνες. Ἡ ἐπανάστασις τότε, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, ἔλαβε τραγικὸν σχῆμα.

Ἀλλὰ καὶ τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε, εἰς δὲ τὸν Γεώργιον Καραϊσκάκην τὸν ἀναλαβόντα χάρις εἰς τὴν εὐψυχίαν τοῦ Ἀνδρέου Ζαΐμη τὴν ἀρχιστρατηγίαν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Στερεᾶς τῶν συγκεντρωμένων εἰς τὴν Ἀττικήν, δὲν ἐπετράπη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἄξιον δαιμονίου στρατηγοῦ σχέδιον νὰ δημιουργήσῃ δι’ ἐπιχειρήσεων νεκρὰν ζὼνην εἰς τὰ ὄπισθέν του στρατοῦ τοῦ Κιουταχῆ, ἀπὸ τοῦ μυχοῦ τοῦ Κορινθιακοῦ μέχρι τοῦ Εὐβοϊκοῦ, ὥστε νὰ τοῦ καταστήσῃ ἀδύνατον καὶ τὸν ἐφοδιασμὸν ἐκ τῶν εἰς τὴν Λαμίαν βάσεών του καὶ τὴν ὑποχώρησιν, συμπράττοντος ἀπὸ θαλάσσης καὶ τοῦ ὑπὸ τὸν Μιαούλην ἑλληνικοῦ στόλου. Εἶχαν ἐπέμβει οἱ ξένοι στρατιωτικοὶ ἡγέται, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῆς μόνης εὐρωπαϊκῆς δυνάμεως τῆς βοηθούσης τότε τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, διαφωνοῦντες πρὸς τὸν Καραϊσκάκην ὡς πρὸς τὴν τακτικήν, καὶ ἡ μὲν ἀρχιστρατηγία ἀνετέθη εἰς τὸν Ρίσαρδ Τζούρζς, ἡ δὲ ἀρχηγία τοῦ στόλου εἰς τὸν ὅλως ἀκατάλληλον λόρδον Κόχραν.

Ἀλλ’ ἡ ἀποφασιστικότης τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος εἶχεν ἤδη ἐπηρεάσει τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν ἀνακτοβουλίων, ποὺ ἐρρύθμιζαν τὴν γενικὴν κατάστασιν. Τὸ παλαιόν, τὸ ἀποσχολοῦν ἀπὸ τοῦ 16ου αἰῶνος τὰς δρώσας εἰς τὴν Μεσόγειον Δυνάμεις ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς, τὸ θεωρούμενον τότε κλειστὸν κατόπιν τῶν διακηρύξεων τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, προέβαλεν ἤδη ὡς ζήτημα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ εἶχαν προκαλέσει αἱ τόσαι προηγηθεῖσαι ἑλληνικαὶ νίκαι, τὰ θαυμαστὰ πρῶτα ἀποτελέσματα, αἱ ἡρωϊκαὶ αὐτοθυσίαι καὶ ἡ δημιουργηθεῖσα πεποίθησις ὅτι ἡ ἐλευθέρωσις τῶν Ἑλλήνων ἦτο ἀνάγκη τῆς εἰρήνης εἰς τὴν Νοτιανατολικὴν Εὐρώπην.

Τὴν πρωτοβουλίαν τὴν εἶχεν ὁ Γεώργιος Κάννιγκ ὁ ἀναλαβὼν τὴν διαχείρισιν τῆς βρετανικῆς πολιτικῆς ἀπὸ αὐτοῦ του 1822. Ὁ ἄξιος τῆς ἑλληνκῆς εὐγνωμοσύνης ἀλλὰ καὶ τοῦ γενικοῦ θαυμασμοῦ ἐκεῖνος ἀνὴρ διεκήρυξε κατὰ πρῶτον ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἦσαν στασιασταὶ στρεφόμενοι ἐναντίον νομίμου ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐμπόλεμοι πρὸς τοὺς Τούρκους. Ὁ Κάννιγκ ἦτο βεβαίως φίλος τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἡ πολιτική του, ἡ ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην ποὺ ἐτήρει ὁ προκάτοχός του, ἦτο καθαρῶς βρετανική. Δία τὸν Κάννιγκ ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, οἱασδήποτε περιπετείας καὶ ἂν εἶχε τώρα, παρεῖχε τὴν εἰκόνα τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς ἐκτάκτου δραστηριότητός τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον ἀποτελοῦντος τὸν πληθυσμὸν τῆς νοτιοανατολικῆς χερσονήσου τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ διαχύτου ἐπὶ τόσων νήσων καὶ ἀκτῶν τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου. Καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν θὰ ἡσύχαζεν, ἂν δὲν ἠλευθεροῦτο. Ἐδημιουργεῖτο ἑπομένως νέα πραγματικότης ἄγουσα εἰς μεταβολὴν τῶν ἕως τότε ὅρων τοῦ παλαιοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος.

Ὁ Ἄγγλος πρωθυπουργὸς ἔκρινεν ὅτι ἡ Μ. Βρετανία χάριν τῶν ἰδίων της συμφερόντων εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἔπρεπε νὰ προσοικειωθῇ τοὺς Ἕλληνας.

Ἡ πρώτη ἐκείνη δήλωσις τοῦ Κάννιγκ εἶχε τὴν συνέχειάν της. Διεκηρύχθη ἡ οὐδετερότης τῆς Ἀγγλίας ἀπέναντι τῶν ἐμπολέμων, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπεκρύπτετο ἡ φιλικὴ ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων διάθεσις. Ἐτίθετο πρὸς λύσιν τὸ ἑλληνικὸν πρόβλημα. Ἡ Ρωσσία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἀπέναντι τῆς στροφῆς τῆς ἀγγλικῆς πολιτικῆς καὶ ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις τῶν δύο Δυνάμεων. Τὰ λοιπὰ ἀνακτοβούλια ἐρυμουλκοῦντο. Ὁ Μαίττερνιχ, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ ἦτο διαρκὴς προσπάθεια ματαιώσεως τῶν εὐνοϊκῶν πολιτικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἑλληνκοῦ ἀγῶνος, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ μυστικῆς ἀποστολῆς νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὸν Μαυροκορδᾶτον. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο φέρομεν εὐλαβῶς τὴν μνήμην πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, τὸν διαχειρισθέντα εὐστόχως τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ μέγαν συντελεστὴν τῆς γενομένης μεταστροφῆς τῆς πολιτικῆς τῶν ἀνακτοβουλίων.

Εἶναι ἐκπληκτικὸν ὅτι ὁ Μαυροκορδᾶτος, διαρκοῦντος ἀκόμη τοῦ Ἀγῶνος, προεξοφλῶν τὴν δημιουργίαν ἰσχυρᾶς Ἑλλάδος, προέβλεπε ριζικὰς διαμορφώσεις ὡς πρὸς τὴν εἰς τὴν Ἀνατολὴν κατάστασιν καὶ νέους συνδυασμοὺς ἀμυντικῆς συμπράξεως κρατῶν, τῶν ὁποίων κατενοήθη ἡ ἀνάγκη τῆς πραγματοποιήσεως μόλις εἰς τὰς ἡμέρας μας. Ἔγραφεν εἰς τὴν περίφημον πρὸς τὸν Γεώργιον Κάννιγκ ἐπιστολήν του.

«Ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης θὰ φρονῇ, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι ἂν ἡ Τουρκία συγκεντρωθῇ εἰς τὴν Ἀσίαν καὶ δὲν ἐξαντλῆται ἐκ τῶν συνεχῶν ἐξεγέρσεων τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως διατηρῇ στρατιωτικὰς δυνάμεις εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀποκτήσῃ δύναμιν μεγαλυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης θὰ φρονῇ ἐπίσης, ὅπως κ΄ ἐγώ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀργὰ ἢ σύντομα κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶναι ἡ φυσικὴ σύμμαχος τῆς Τουρκίας. Τοῦτο θὰ συμβῇ ὃταν ἡ Τουρκία γνωρίσῃ καλλίτερα τὰ συμφέροντά της, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ ὃταν ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ παρόντος σουλτάνου θὰ γαληνεύσουν τὰ πάθη καὶ θὰ ἐξαλείψουν τὸ πνεῦμα ὑπὸ τοῦ ὁποίου κυριαρχεῖται τώρα τὸ Διβάνιον καὶ ἕνεκεν τοῦ ὁποίου πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀνωφελὴς πᾶσα πρότασις συνδιαλλαγῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα τότε θὰ εἶναι, Ἀγγλία Τουρκία καὶ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἀποτελοῦν παρὰ μίαν μόνην δύναμιν ἀντιρροποῦσαν πρὸς τὴν Ρωσσίαν. Ἡ ἕνωσις δὲ αὕτη ἐν τέλει θ΄ ἀποτελέσῃ πρόσθετον μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν, ποὺ θ΄ ἀποκτήσῃ ἡ Ἀγγλία κατὰ πάσης ἀποπείρας, τὴν ὁποίαν ἡ Ρωσσία ἢ ἄλλη τις εὐρωπαϊκὴ Δύναμις θὰ ἐπεχείρει ἀργὰ ἢ γρήγορα διὰ νὰ πααραβλάψῃ τὰ κυριαρχικὰ ἢ τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῆς Ἀγγλίας. Μὲ μίαν λέξιν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Εὐρώπης καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἀγγλίας ἀπαιτοῦν τὴν δημιουργίαν ἰσχυρᾶς καὶ ἀνεξαρτήτου Ἑλλάδος».

Δία τοῦ κειμένου τούτου ἡ πολιτικὴ σκέψις τοῦ Μαυροκορδάτου ἐμφανίζεται μὲ θαυμαστὴν προφητικὴν προβολήν.

Αἱ μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις κατέστησαν τόσον ἀποφασιστικαί, ὥστε ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1826 καὶ ἐσφραγίσθησαν μὲ τὴν πυρίνην σφραγῖδα τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου.

Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο τότε, ὀλίγον ἐξετείνετο πέραν τῆς Πελοποννήσου, τμήματα δὲ ἐπιδικαζόμενα εἰς αὐτὴν κατείχοντο ἀκόμη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ.

Αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰς πόλεις καὶ τοὺς ἀγροτικοὺς οἰκισμοὺς εἰς ἐρείπια καὶ ἀποκαΐδια, μὲ κενὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον, μὲ ἐλαττωμένον τὸν ὀλίγον πληθυσμὸν ἐκ τῶν πληγμάτων τοῦ μακροῦ πολέμου, μὲ ἐξαθλιωμένους τοὺς ἡρωϊκούς, ἀλλὰ μὴ ἔχοντας πόρον ζωῆς ἀγωνιστάς, παρέλαβεν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας διὰ νὰ ὀργανώσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ βιώσιμον τὸ νέον κράτος. Ἡ ζωτικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παρὰ τὴν ἐξάντλησίν του ἐκ τοῦ ἀγῶνος ἦτο τόση, ὥστε κατὰ τὸ 1832 τὸ κράτος νὰ ἔχῃ λάβει τὸν πρῶτον σχηματισμόν του, καὶ νὰ ἀναπροβάλῃ ἐκ τῆς τέφρας του ὁ φοῖνιξ, κατὰ τὸ σύμβολον ποὺ ἦτο ἰδαιτέρως ἀγαπητὸν εἰς τὸν Κυβερνήτην. Εἶχεν ἀρχίσει ἡ καλλιέργεια εἰς τὴν ἐπὶ ἔτη ἐγκαταλειφθεῖσαν γῆν, ἐπροχώρει ἡ ἀνοικοδόμησις ὅσον ἐπέτρεπαν τὰ πτωχὰ μέσαμ ἐλειτούργουν σχολεῖα, δικαστήρια, τελωνεῖα, εἶχαν τεθῆ αἱ πρῶται βάσεις τοῦ σχηματισμοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἤρκουν αἱ προσπάθειαι καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἰδίου τοῦ λαοῦ πρὸς ἀποκατάστασιν, ἂν ὁ πρῶτος ἐκεῖνος κυβερνήτης δὲν ἦτο ἀφωσιωμένος μέχρι ψυχώσεως εἰς τὸ μέγα ἔργον του καὶ ἂν δὲν ἦτο προικισμένος μὲ ἑξαιρετικὰς ἱκανότητας, αἱ ὁποῖαι εἶχαν ἤδη δοκιμασθῆ ἐπιτυχῶς παλαιότερα εἰς τὴν Ἑλβετίαν ὅπου εἶχε σταλῆ ὑπὸ τοῦ Τσάρου πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, καὶ ὅπου ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύεται ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὰς ὑπηρεσίας του εὐγνωμοσύνη.

Ἀλλὰ ἡ ἐκ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ τῶν διὰ τὴν ἐξουσίαν ἀνταγωνισμῶν δηλητηρίασις δὲν εἶχεν ἐξουδετερωθῆ ἀκόμη. Πολλὰ καὶ μεγάλα ἦσαν τὰ κατ’ ἀνάγκην καὶ διὰ νὰ προκύψῃ τὸ γενικὸν ἀγαθὸν θιγόμενα ἀτομικὰ συμφέροντα, περιωρίζοντο προσωπικαὶ φιλοδοξίαι ἀνδρῶν ποὺ εἶχαν προσφέρει πράγματι μεγίστας ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσουν ἑαυτοὺς ἔξω τῆς ἐξουσίας καὶ ἐγίνοντο ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τὰ ἀναπόφευκτα διὰ κατάστασιν ὅπως ἐκείνη σφάλματα.

Αἱ δυσαρέσκειαι ἐπυκνοῦντο καὶ ὠργανοῦντο καὶ ὁ Καποδίστριας εἶχε νὰ παλαίσῃ πρὸς τὴν ἐκ τούτων ἀντίδρασιν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων παραπόνων καὶ μομφῶν ποὺ ἔφθαναν μέχρις ἐντύπων λιβέλλων, διετυποῦτο ἐναντίον τοῦ Κυβερνήτου καὶ ἡ κατηγορία ὅτι ἀπέβλεπε νὰ προσφέρῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἅρμα τῆς Ρωσσίας. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο κατέχομεν ἀπάντησιν τοῦ ἰδίου Καποδιστρίου εὑρισκομένην εἰς ἀνέκδοτον μέχρι τοῦδε ἐπιστολὴν του ἐκ Πόρου κατὰ τὴν 9ην Νοεμβρίου 1828 πρὸς τὸν ἔμπιστόν του Ἀντώνιον Τσούνην, ἔκτακτον ἐπίτροπον τῆς ἄνω Μεσσηνίας, καὶ τῆς ὁποίας πιστὸν ἀντίγραφον εὑρίσκεται εἰς χεῖρας μου. Ἰδοὺ τὸ χαρακτηριστικὸν ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς.

«… Ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸ ἄλλο προκείμενον, δηλαδὴ εἰς ὅσα ψιθυρίζονται περὶ τῆς Ρωσσικῆς φατρίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ἴσως διὰ τὴν ἀπέχθειάν της καὶ διὰ τὸ μῖσος της κατὰ τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας δύναται μία ξένη πολιτικὴ νὰ μεταχειρισθῇ διὰ νὰ ὀλιγοστέψῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ γεννήσῃ ἀτακτήματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν ἐν τοσούτῳ νὰ ἀποδείξωσι ὡς ἀναγκαίαν καὶ νόμιμον τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Πατρίδος. Ἐὰν οἱ νουνεχεῖς καὶ φρόνιμοι πολῖται ἐθεώρουν τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἀπὸ ταύτης τῆς ὄψεως, ἤθελε τοῖς εἶσθαι εὐκολώτατον τὸ νὰ ἐξαπατήσουν ἐκείνους, οἵτινες κινδυνεύουν νὰ γενοῦν θύματα αὐτῶν τῶν μηνανουργημάτων, ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἤκουσα νὰ ἔλαβεν οὐδεὶς αὐτὴν τὴν ἐπιμέλειαν».

Τὰ ἑλληνικὰ τῆς καθαρευούσης τοῦ Καποδιστρίου ἦσαν ἰδιότυπα. Ἡ λέξις «ἐξαπατήσουν» σημαίνει «ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀπάτην» καὶ τ’ ἀναφερόμενα «μηχανουργήματα» εἶναι αἱ «ρᾳδιουργίαι». Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ Καποδίστριας δι’ ὅσων ἔγραφε πρὸς τὸν Τσούνην, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν ἐπὶ ρωσσοφιλίᾳ μομφήν, ἀπεδοκίμαζε τὴν ρωσσοφιλίαν καὶ ἀπέδιδε τὴν κατηγορίαν αὐτὴν εἰς τὴν ξένην πολιτικὴν τὴν στρεφομένην κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων, δηλαδὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Μαίττερνιχ, χαρακτηρίζων ταύτην ὡς ρᾳδιουργίαν. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ κράτος ἤρχισεν ὀργανούμενον ἀπὸ τῶν καποδιστριακῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῶν ὁποίων σημειοῦται ἡ ἀφετηρία τῆς προόδου του.

Ὁ διπλωμάτης καὶ στρατιωτικὸς Πρόκες Ὄστεν, σύγχρονος πρὸς τὰ γεγονόταα ἐκεῖνα, γράψας τὴν «Ἱστορίαν τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων», ἐκ τῶν ἀξιολογωτέρων μεταξὺ τῶν ἔργων ξένων τῶν ἀσχοληθέντων μὲ τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα καὶ κυρίως μὲ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν του, καὶ θαυμάζων τὰς καταβληθείσας ἡρωϊκὰς προσπαθείας, λέγει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ βιβλίου του ὅτι τὸ μέλλον θ΄ ἀποδείξῃ, ἂν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γράψῃ κανεὶς τὴν Ἱστορίαν τῆς ἑλληνικῆς

ἐπαναστάσεως καὶ ἂν θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ αἰσιοδοξία ἐκείνων ποὺ παρακολούθησαν, ὅπως αὐτός, μὲ ἐνδιαφέρον καὶ μὲ ἐλπίδας τὴν αἱματηρὰν ἀναγέννησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.

Δυνάμεθα ἤδη νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπό τοῦ προχωρημένου τούτου σημείου ἐλευθέρας νεοελληνικῆς ζωῆς ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος.

Ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ πρόοδος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ζωτικότης, ἡ εὐφυΐα καὶ ἡ αὐτοπεποίθησίς του διὰ τῶν ὁποίων ὑπερενικήθησαν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς αἱ μεγάλαι δυσχέρειαι τῶν πρώτων δεκαετιῶν, οἱ δώσαντες ὅλην των τὴν ψυχὴν εἰς τὴν πατρίδα Ἕλληνες Βασιλεῖς, αἱ ἱκανότητες τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν, αἱ τεθεῖσαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χώρας καὶ ἀντιμετωπίσασαι συχνὰ τὴν λύσιν τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς νεοελληνικῆς ἀνόδου, ἡ δημιουργία ἑλληνικῆς Ἐπιστήμης καὶ ἑλληνικῆς Τέχνης, ἡ ἐπὶ ἐθνικῶν ἐδαφῶν δι’ ἀγώνων εὔρυνσις τοῦ κράτους, τὸ ὑπέροχον ἑλληνικὸν φαινόμενον τῆς θριαμβευτικῆς ἐθνικῆς ἀμύνης κατὰ τοὺς νωποὺς ἀγῶνας τῶν τελευταίων 15 ἐτῶν, φαινόμενον τοῦ ὁποίου οἱ ἔνδοξοι πρωταθληταὶ εὑρίσκονται ἐνώπιόν μας κατὰ τὴν ἱερὰν αὐτὴν ὥραν, ἡ ἀναμφισβήτητος συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συμμαχικὴν νίκην καὶ ἡ ἐκ ταύτης συμμετοχή μας εἰς τὰς διὰ τὴν θεμελίωσιν τῆς παγκοσμίου Εἰρήνης ἐνεργείας τῶν μεγάλων Συμμάχων, ἡ δραστηρία προσπάθεια ἡ καταβαλλομένη ἤδη διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, δικαιώνουν τὸν λαμπρὸν καὶ σκληρόν, τὸν γενεσιουργὸν τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς ἀγῶνα τοῦ Εἰκοσιένα.