Γ΄. Ἀκτήμων Φιλάρετος Καρουλιώτης

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ὁ Κα­ρου­λι­ώ­της γεν­νήθ­η­κε τό 1889 στό Ρύσιον Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Μπα­σμα­τσί­δη καί τήν Μα­ρί­α. Στήν βά­πτι­ση τοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Φώτιος. Φα­ί­νε­ται ὅ­τι ἔ­λα­βε κα­λές ἀρ­χές ἀ­πό το­ύς γο­νεῖς του καί ἔ­μα­θε ἀρ­κε­τά γράμ­μα­τα. Αἰ­σθάν­θη­κε πό­θο γιά τήν μο­να­χι­κή ζωή καί ἄ­φη­σε σέ ἡ­λι­κί­α 19 ἐ­τῶν γο­νεῖς καί πα­τρί­δα καί ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος στήν Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα στίς 17 Αὐ­γο­ύ­στου 1908. Τό ἑ­πό­με­νο ἔ­τος ἔ­γι­νε μο­να­χός ὀ­νο­μα­σθε­ίς Φι­λή­μων ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νο Ἱ­ε­ρε­μί­α. Στίς 10 Αὐ­γο­ύ­στου 1918 ἐ­κά­ρη με­γα­λό­σχη­μος ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Κύριλλο (ἀ­όμ­μα­το) με­το­νο­μα­σθε­ίς Φι­λά­ρε­τος. Στίς 8 Μαρ­τί­ου 1919 ἔ­γι­νε προ­ϊ­στά­με­νος. Στήν ἀρχή εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ καί στό κελ­λί του ἔ­κα­νε με­γά­λους ἀ­γῶ­νες. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά ζή­ση στήν ἔ­ρη­μο ὡς ἐ­ρη­μί­της ἀ­σκη­τής καί βρῆ­κε τό ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ὡς κα­τάλ­λη­λο πε­ρι­βάλ­λον γιά νά προ­ε­τοι­μα­σθῆ.

     Ὁ πα­πα–Χρυ­σό­στο­μος, πα­λαι­ός Σταυ­ρο­νι­κητι­τια­νός, δι­η­γεῖ­το ὅ­τι, ὅ­ταν πῆ­γε νά κοι­νο­βιά­ση στήν Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος τόν πε­ρι­έ­βαλ­λε μέ τήν ἀ­γά­πη του. Τόν δε­χό­ταν καί στό κελ­λί του καί τοῦ ἔ­κα­νε τρά­πε­ζα. Μα­γεί­ρευ­ε φα­σό­λια γιά δύ­ο ἄ­το­μα σ᾿ ἕ­να μπρί­κι πού ἔ­ψη­νε κα­φέ. Ἀλ­λά στήν ἀ­σκη­τι­κή τρά­πε­ζά του ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος πα­ρέ­θε­τε στό νέ­ο μο­να­χό καί τήν δι­δα­σκα­λί­α του γιά τήν μο­να­χι­κή ζω­ή πού ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν πο­λύ­τι­μη πεῖ­ρα του.

    Ὅ­ταν ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ἀ­νέ­λα­βε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ πα­ρεκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κά­ποι­ος προ­ϊ­στά­με­νος τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να πεν­το­κά­ρι­κο (πέν­τε ὀ­κά­δες) λά­δι καί τοῦ εἶ­πε νά κα­νο­νί­ση νά τοῦ φθά­ση, δι­ό­τι θά τοῦ ξα­να­δώ­σει λά­δι με­τά ἀ­πό ἕ­να χρό­νο. Φυ­σι­κά αὐ­τό ἦ­ταν  ἀ­δύ­να­το. Ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α καί   ρώ­τη­σε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μέ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν νά φθά­ση τό λά­δι. «Ὅ­ταν γε­μί­ζης τό λα­δι­κό, νά πη­γαί­νης μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, νά τό σταυ­ρώ­νης καί νά τήν πα­ρα­κα­λᾶς νά τό εὐ­λο­γή­ση», τοῦ εἶ­πε. Ἔ­τσι ἔ­κα­νε πάν­τα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε λά­δι, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! Τό πεν­το­κά­ρι­κο ἔ­φθα­σε καί πε­ρίσ­σε­ψε.

     Τοῦ εἶ­χε πεῖ ἀ­κό­μη, ἄν δῆ φουρ­τού­να στήν θά­λασ­σα καί κιν­δυ­νεύ­η κά­ποι­ο πλοῖ­ο, νά πά­ρη τό κα­ντή­λι τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί νά τό χύ­ση στήν θά­λασ­σα γιά νά γα­λη­νέ­ψη. Κά­ποι­α χρο­νιά τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος πῆ­γε στήν θά­λασ­σα νά δῆ ἄν τά δί­χτυ­α εἶ­χαν πιά­σει ψά­ρια. Ἡ Σταυ­ρο­νι­κή­τα ἦ­ταν τό φτω­χό­τε­ρο Μο­να­στή­ρι καί γι᾽ αὐ­τό γιά τό Πά­σχα δέν εἶ­χαν πα­ραγ­γε­ί­λει αὐ­γά, τυ­ριά καί ψά­ρια. Ὁ κά­θε μο­να­χός φρόν­τι­ζε μό­νος του. Εἶ­χε ὅ­μως θά­λασ­σα καί ἕ­να κα­ρα­βά­κι πά­λευ­ε μέ τά κύ­μα­τα. Ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος θυ­μή­θη­κε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το, τί τοῦ εἶ­χε πεῖ νά κά­νη σέ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση. Πῆ­ρε τό­τε τήν καν­τή­λα τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί πῆ­γε στόν Ἀρ­σα­νᾶ, ἀλ­λά εἶ­χε δυ­να­τό ἀ­έ­ρα. Ἔρ­ρι­ξε τό λά­δι στήν θά­λασ­σα. Λί­γες στα­γό­νες ἔ­πε­σαν μέ­σα. Σέ λί­γο στα­μά­τη­σε ὁ ἀ­έ­ρας καί ἠ­ρέ­μη­σε ἡ θά­λασ­σα. Τό πλοῖ­ο πῆ­γε ὥς τό  Βα­το­πέ­δι, ξε­φόρ­τω­σε ψά­ρια, αὐ­γά, τυ­ριά καί ἔ­πει­τα ἐ­πέ­στρε­ψε στόν Ἀρ­σα­νᾶ τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα. Κάλεσαν το­ύς πα­τέ­ρες καί το­ύς ρώ­τη­σαν σέ ποι­όν Ἅ­γιο τι­μᾶ­ται τό Μο­να­στή­ρι. Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ἔ­χουν τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, ξε­φόρ­τω­σαν πολ­λές εὐ­λο­γί­ες γιά τό Πάσχα ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη γιά τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο πού το­ύς ἔ­σω­σε.

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἦ­ταν ἐ­πι­με­λής στό δι­α­κό­νη­μά του, φι­λα­κό­λου­θος καί ἔ­κα­νε στό κελ­λί του νη­στεῖ­ες, ἀ­γρυ­πνί­ες καί προ­σευ­χές, χω­ρίς νά τό ξέ­ρουν οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες. Ἐ­πει­δή γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ βά­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ τα­πε­ί­νω­ση, ἔ­κα­νε κα­τά και­ρο­ύς τόν διά Χρι­στόν σα­λόν, ἀφ᾿ ἑ­νός μέν γιά νά τόν πε­ρι­φρο­νοῦν καί νά τόν τα­πει­νώ­νουν, ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου δέ γιά νά ἀ­παλ­λα­γῆ ἀ­πό τά κα­θή­κον­τα τοῦ προ­ϊ­στα­μέ­νου καί νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τό ἰδι­όρ­ρυθ­μο γιά νά ζή­ση ἡ­συ­χα­στι­κά στήν ἔ­ρη­μο.

    Οἱ σα­λό­τη­τες τοῦ γε­ρω–Φι­λα­ρέ­του ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­φευ­γε χω­ρίς εὐ­λο­γί­α καί ἔ­κα­νε ἀν­τι­μο­να­χι­κά καί ἀ­κα­τά­στα­τα κι­νή­μα­τα θε­α­τρί­ζον­τας τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή καί τό Μο­να­χι­κό Σχῆ­μα. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε εἶ­πε στήν Σύναξη: «Ἀ­νε­χώ­ρη­σα ἐκ τῆς Μο­νῆς κρυ­φί­ως καί σκο­πί­μως καί με­τέ­βην εἰς Θάσον, ἵ­να διά τήν τοι­α­ύ­την μου πρᾶ­ξιν κα­τη­γο­ρη­θῶ ὡς πα­ρή­κο­ος καί πα­ρά­λο­γος, καί ἀ­πο­χω­ρι­σθῶ τῆς Προ­ϊ­στα­με­νί­ας, καί μέ­νω εἰς τήν Μο­νήν ὡς ἁ­πλοῦς ἀ­δελ­φός. Δη­λῶ δέ ἤ­δη ὅ­τι πα­ραι­τοῦ­μαι ἐκ τῆς Προ­ϊ­στα­με­νί­ας οἰ­κει­ο­θε­λῶς καί ἀ­πα­ρα­βι­ά­στως ἕ­νε­κα ἀ­δυ­να­μί­ας μου καί ἀ­νι­κα­νό­τη­τος, καί δύ­να­ται ἡ Μο­νή νά μέ με­τα­χει­ρι­σθῆ ἀ­πό σή­με­ρον ὡς ἁ­πλοῦν ἀ­δελ­φόν καί μέ δι­ο­ρί­ση εἰς οἱ­ον­δή­πο­τε ἤ­θε­λεν ἐγ­κρί­νει εὔ­λο­γον δι­α­κό­νη­μα» (Συ­νε­δρί­α 1ης Ὀ­κτω­βρί­ου 1920). Ὑ­πέ­βα­λε ἔγ­γρα­φη πα­ρα­ί­τη­ση καί στίς 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1921 ἀ­νέ­λα­βε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Δο­χει­ά­ρη.    

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἔ­λε­γε στόν π. Χρυ­σό­στο­μο: «Ἐ­σέ­να πε­ρί­με­να γιά νά φύ­γω». Τόν ἄ­φη­σε ἀν­τι­κα­τα­στά­τη στό δι­α­κό­νη­μά του καί αὐ­τός ἔ­φυ­γε γιά τήν ἔ­ρη­μο στίς 12 Μαρ­τί­ου 1921. Ἔ­μει­νε γιά λί­γο στήν πα­ρα­λί­α τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης καί ὕ­στε­ρα πῆ­γε στά Κα­ρο­ύ­λια χα­μη­λά κοντά στήν θά­λασ­σα. Εἶ­χε τό κελ­λά­κι του καί ἕ­να πο­λύ μι­κρό Ἐκ­κλη­σά­κι δύο μέ­τρων, στό ὁ­ποῖ­ο κά­πο­τε, ὅ­ταν εὕ­ρι­σκε ἱ­ε­ρέ­α, ἔ­κα­νε θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α.

     Εἶ­χε ἀ­κτη­μο­σύ­νη παν­τε­λῆ. Δέν ἤ­θε­λε νά ἔ­χη προ­μή­θει­ες γιά δύο μέ­ρες, «για­τί μπο­ρεῖ νά πε­θά­νω αὔ­ριο», ἔ­λε­γε. Πάντα περ­πα­τοῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος. Τοῦ ἔ­δι­ναν με­ρι­κοί πα­πο­ύ­τσια, τά φο­ροῦ­σε μί­α μέ­ρα καί ὕ­στε­ρα τά ἔ­δι­νε σέ ἄλ­λους. Τά ρά­σα του ἦ­ταν πα­λαιά μέ πολ­λά μπα­λώ­μα­τα καί τριμ­μέ­να ἀλ­λά κα­θα­ρά.

     Εἶ­χε καί ἕ­να κύ­πελ­λο καί ἔ­λε­γε ὅ­τι μ᾿ αὐ­τό κά­νει τρεῖς δου­λει­ές. Πίνει νε­ρό, τό χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά κου­τά­λα ὅ­ταν μα­γει­ρε­ύ­η, καί γιά μι­στρί ὅ­ταν κτί­ζη. Ἀ­πό τήν με­γά­λη του ἀ­γά­πη θυ­σί­α­ζε τήν ἡ­συ­χί­α του καί γύ­ρι­ζε στά γει­το­νι­κά κελ­λιά γιά νά μα­ζε­ύ­η ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ὅ,τι τοῦ ἔ­δι­ναν. Ὕ­στε­ρα πή­γαι­νε στά ἀ­νήμ­πο­ρα γε­ρον­τά­κια καί τά μο­ί­ρα­ζε.

    Ἐρ­γό­χει­ρο δέν ἔ­κα­νε. Ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Κομ­πο­σχο­ί­νι δέν κρα­τοῦ­σε ἀλ­λά ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή κά­νον­τας μέ τό δά­κτυ­λό του τήν κί­νη­ση σάν νά κρα­τοῦ­σε κομ­πο­σχο­ί­νι. Ὅ­λες τίς Ἀ­κο­λου­θί­ες τίς ἔ­κα­νε λέ­γον­τας τήν εὐ­χή καί τό μο­να­δι­κό βι­βλί­ο πού εἶ­χε ἦ­ταν ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ. Αὐ­τόν εἶ­χε μυ­στα­γω­γό καί δά­σκα­λό του.

    Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α κα­τέ­φευ­γε κα­τά και­ρούς­ σέ σχι­σμές βρά­χων καί προ­σευ­χό­ταν ἐ­πί ὧ­ρες καί ἡ­μέ­ρες. Τόν πο­λε­μοῦ­σαν δα­ί­μο­νες πού ἐμ­φα­νί­ζον­ταν μπρο­στά του ἀλλά αὐ­τός το­ύς ἔ­δι­ω­χνε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­παγ­γέ­λλον­τας τό «Ἀ­να­στή­τω ὁ Θε­ός καί δι­α­σκορ­πι­σθή­τω­σαν οἱ ἐ­χθροί αὐ­τοῦ…». Ἄλ­λες φο­ρές τοῦ ἔρ­ρι­χναν πέ­τρες στήν λα­μα­ρι­νέ­νια σκε­πή του καί ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο με­γά­λο, χω­ρίς νά πα­θα­ί­νη τί­πο­τε ἡ σκε­πή.

    Εἶ­χε με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα καί τε­λε­ί­α ξε­νιτε­ί­α. Δέν ρω­τοῦ­σε ἄν ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι στόν κό­σμο. Ἔ­κα­νε με­γά­λες νη­στεῖ­ες. Ἔ­τρω­γε συ­νή­θως φραγ­κό­συ­κα καί πα­ξι­μά­δι. Ἔ­βρα­ζε ἀ­γρι­ο­σέ­λι­να καί τά ἔ­τρω­γε γιά μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ὅ­ταν πή­γαι­νε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά τόν κοι­νω­νή­ση, ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα, για­τί δέν ὑ­πέ­φε­ρε τήν δυ­σω­δί­α πού ἀ­νέ­δι­δαν τά χα­λα­σμέ­να χόρ­τα τά ὁ­ποῖ­α ἔ­τρω­γε ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος. Συμ­βο­ύ­λευ­ε καί τόν γε­ρω–Γε­δε­ών πού ἦ­ταν τό­τε νέ­ος μο­να­χός: «Θά τρῶς τέ­τοι­α χόρ­τα, παι­δί μου, καί στό τέ­λος θά τρῶς λί­γο πα­ξι­μά­δι καί θά ζῆς».

Γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος Κα­ρου­λι­ώ­της.

 

     Καί ἐ­νῶ ζοῦ­σε τό­σο ἀ­σκη­τι­κά, γιά μία πε­ρί­ο­δο ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος δέν κοι­νω­νοῦ­σε. Ἐξομολογεῖτο στόν Πνευ­μα­τι­κό ὅ­τι τήν πα­ρα­μο­νή ἔτρωγε ρο­φό καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός δέν τόν ἄ­φη­νε νά κοι­νω­νή­ση. Ἕ­νας δι­α­κρι­τι­κός Γέροντας κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­τι συμ­βα­ί­νει καί ρω­τών­τας τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το βρῆ­κε τήν ἄ­κρη. Ρο­φό ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἔ­λε­γε τό σκου­λη­κι­α­σμέ­νο πα­ξι­μά­δι. Δέν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ ρο­φός εἶ­ναι ψά­ρι. Ἔ­τσι φα­ί­νε­ται τό ἄ­κου­σε ἀ­πό κά­ποι­ον γιά ἀ­στεῖ­ο, αὐ­τός τό πί­στε­ψε καί ἔ­λε­γε ὅ­τι τρώ­ει ρο­φό.

     Εἶ­χε τέ­τοι­α εὐ­αι­σθη­σί­α καί ἔ­κα­νε τό­σο κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση μέ βα­θειά με­τά­νοι­α, ὥ­στε με­τά ἀ­πό χρό­νια θυ­μή­θη­κε καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι, ὅ­ταν ἦ­ταν κη­που­ρός στήν Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ἔ­κο­βε μι­κρά τά κο­λο­κυ­θά­κια καί δέν τ᾿ ἄ­φη­νε νά με­γα­λώ­σουν. Καί αὐ­τό τό θε­ω­ροῦ­σε ἀ­δι­κί­α καί ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα.

    Ἦ­ταν τό­τε στόν Ἅ­γιο Πέτρο ἕ­νας Γέροντας πού πή­γαι­νε καί ἐρ­γα­ζό­ταν στήν συλ­λο­γή τῶν φουν­του­κι­ῶν. Πα­ρα­κά­λε­σε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το νά με­ί­νη νά φυ­λά­η τό Κελ­λί του γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα. Πῆ­γε, κά­θη­σε δυό–τρεῖς μῆ­νες, ἀλ­λά δέν ἀ­να­παυ­ό­ταν καί γύ­ρι­σε στά Κα­ρο­ύ­λια. Ὅ­μως ὁ Γέροντας τοῦ Ἁ­γί­ου Πέτρου τοῦ ζη­τοῦ­σε ἐ­νο­ί­κιο γιά το­ύς μῆ­νες πού κά­θη­σε ἐ­κεῖ, ἄν καί δέν εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει γιά ἐ­νο­ί­κιο. Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος δέν εἶ­χε νά πλη­ρώ­ση, γι᾿ αὐ­τό στε­νο­χω­ρι­ό­ταν καί πί­στευ­ε ὅ­τι φτα­ί­ει ὁ ἴ­διος. Ὅ­ποι­ον συ­ναν­τοῦ­σε στόν δρό­μο τοῦ ἔ­βα­ζε με­τά­νοια­ λέ­γον­τας: «Εὐ­λό­γη­σον, συγ­χώ­ρη­σέ με. Ἔ­χα­σα τά χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς μου, δι­ό­τι δέν πλη­ρώ­νω τό ἐ­νο­ί­κιο πού χρω­στά­ω». Τε­λι­κά, ὅ­ταν τό ἔ­μα­θαν οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες, ἔ­κα­ναν πα­ρα­τή­ρη­ση στόν Γέροντα πού ζη­τοῦ­σε ἐ­νο­ί­κιο ἀ­πό τόν ἀ­κτή­μο­να γε­ρω–Φι­λά­ρε­το καί ἐ­κεῖ­νος στα­μά­τη­σε τίς ἐ­νο­χλή­σεις πρός τόν ἀ­νε­ύ­θυ­νο θαυ­μα­στό Γέ­ρον­τα.

     Εἶ­χε γνη­σί­α με­τά­νοι­α καί αὐ­το­μεμ­ψί­α. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος, δέν θύ­μω­νε πο­τέ καί μέ κα­νέ­ναν. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος τῶν Δα­νι­η­λα­ί­ων κά­ποι­α φο­ρά πού πῆ­γε στό Κελ­λί τους καί ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­δη­τος, ὡς συ­νή­θως, τόν πα­ρα­τή­ρη­σε αὐ­στη­ρά λέ­γον­τάς του: «Ἄλ­λη φο­ρά νά μήν ἔρ­χε­σαι ξυ­πό­λυ­τος, ἀλ­λά νά φο­ρᾶς παν­τό­φλες. Εἶ­σαι ὑ­πο­κρι­τής καί πα­ρι­στά­νεις τόν Ἅ­γιο». Μπρο­στά στο­ύς προ­σκυ­νη­τές καί στά  νέ­α κα­λο­γέ­ρια δέ­χθη­κε ἀ­τά­ρα­χος τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας: «Νά μέ συγ­χω­ρή­σης».

    Τήν  ἄλ­λη  μέ­ρα  πού πῆ­γε  στο­ύς Δα­νι­η­λα­ί­ους, φο­ροῦ­σε παν­τό­φλες καί θα­ύ­μα­σαν τήν τα­πε­ί­νω­σή του. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος τοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι αὐ­τό τό ἔ­κα­νε γιά νά μά­θουν τά κα­λο­γέ­ρια τήν αὐ­το­μεμ­ψί­α καί τήν τα­πε­ί­νω­ση, νά λέ­γουν «εὐ­λό­γη­σον», καί αὐ­τός ἄς βα­δί­ζη στό ἑξῆς ὅ­πως θέ­λει.

    Σέ ἑ­ορ­τές συγ­κεν­τρώ­νον­ταν οἱ Κα­ρου­λι­ῶ­τες ἀσκη­τές σέ ἕ­να κα­λύ­βι μέ Ἐκ­κλη­σά­κι, δι­ά­βα­ζαν τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἔ­ψελ­ναν τήν πα­ρά­κλη­ση καί ὅ­ταν δέν εἶ­χαν πα­πᾶ, δι­ά­βα­ζαν καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἔ­βα­ζαν τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το ὡς ἐγ­γράμ­μα­το νά δι­α­βά­ζη τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, καί αὐ­τός τό δι­ά­βα­ζε ἐμ­με­λῶς ὅ­πως οἱ ἱ­ε­ρεῖς. Κάποιος Γέροντας τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση ὅ­τι δέν πρέ­πει νά τό δι­α­βά­ζη ἔ­τσι, για­τί δέν εἶ­ναι πα­πᾶς. Εἶ­πε «εὐ­λό­γη­σον», ἀλ­λά καί τήν ἄλ­λη φο­ρά πά­λι πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πό τόν πό­θο του καί τό δι­ά­βα­σε μέ με­λω­δί­α. Δέν τό δι­ά­βα­ζε γιά ἐ­πί­δει­ξη ἀλ­λά ἀ­πό ἁ­πλό­τη­τα καί εὐ­λα­βι­κή δι­ά­θε­ση, σάν προ­σφο­ρά ψαλ­μω­δί­ας. Στήν τρά­πε­ζα τοῦ ἔ­κα­ναν δη­μό­σια πα­ρα­τή­ρη­ση καί ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α σέ ὅ­λους λέ­γον­τας: «Εὐ­λο­γεῖ­τε, πα­τέ­ρες, ἔ­χα­σα τά χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς μου. Πάλι δι­ά­βα­σα με­λω­δι­κά».

     Ὅ­ταν ἡ συ­νο­δ­ί­α τοῦ γέ­ρον­τος Γε­ρα­σί­μου τοῦ Ὑ­μνο­γρά­φου ἄρ­χι­σε νά κτί­ζη τήν Ἐκ­κλη­σί­α στό σπή­λαι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, με­ρι­κοί πα­τέ­ρες τῆς Σκή­τε­ως φο­βο­ύ­με­νοι μή­πως δέν κα­τα­φέ­ρουν νά τήν τε­λει­ώ­σουν, ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νά μήν τήν ἄρ­χι­ζαν. Οἱ Γέ­ρον­τες τά ἄ­κου­γαν αὐ­τά καί στε­νο­χω­ροῦν­το. Τότε κά­ποι­α μέ­ρα το­ύς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος καί το­ύς εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες, τό ἔρ­γο αὐ­τό εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο. Εἶ­δα τόν ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο πά­νω ἀ­πό τό σπή­λαι­ο νά τό εὐ­λο­γῆ καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ σπη­λα­ί­ου θά τήν φυ­λά­γει ὁ ἴ­διος καί θά δι­α­τη­ρη­θῆ ἕ­ως συν­τε­λε­ί­ας τοῦ κό­σμου». Ἔ­κτο­τε πή­γαι­νε τίς νύ­χτες κρυ­φά στό σπή­λαι­ο καί προ­σευ­χό­ταν.

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἀ­σθέ­νη­σε γιά ἕ­να μῆ­να. Πο­νοῦ­σε τό στο­μά­χι του καί δέν δε­χό­ταν τρο­φή. Προ­αι­σθάν­θη­κε τό τέ­λος του καί ἑ­τοι­μά­στη­κε. Ἀπο­χαι­ρέ­τη­σε καί συγ­χω­ρή­θη­κε μέ το­ύς γει­τό­νους του, καί μό­νος του, χω­ρίς ἄν­θρω­πο κοντά του, πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ ζῶν­τος τό ἔ­τος 1956 σέ ἡ­λι­κί­α 67 ἐ­τῶν. Τόν βρῆ­καν οἱ πα­τέ­ρες κε­κοι­μη­μέ­νον μέ σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια καί τόν ἔ­θα­ψαν στόν τά­φο πού εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει. Στό Κελ­λί του βρῆ­καν μία σκά­φη στήν ὁ­πο­ί­αν ἔ­πλε­νε τά ροῦ­χα του στήν θά­λασ­σα, μία κου­βέρ­τα καί τό βι­βλί­ο τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ τοῦ Σύρου. Ὁ γε­ί­το­νάς του γε­ρω–Γα­βρι­ήλ ὁ Κα­ρου­λι­ώ­της με­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή φύ­λα­γε τά λε­ί­ψα­νά του μα­ζί μέ τά λε­ί­ψα­να τοῦ Γέροντός του Σε­ρα­φε­ίμ σέ μία σπη­λιά. Ἡ κά­ρα του εἶ­ναι κα­τα­κί­τρι­νη.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.            

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα