ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Νεκτάριου Δαπέργολα δρ. Βυζαντινῆς Ἱστορίας

 

Ε ἶναι γνωστὸ ὅτι ζοῦμε σὲ δύσκολους καιρούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀκόμη καὶ οἱ λέξεις ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ (ἀπὸ κάποιους) ἀκόμη καὶ τὰ ἀπολύτως αὐτονόητα λογίζονται -καὶ συχνὰ περιπαίζονται- ὡς ἀνόητα. Πολὺ μεγαλύτερη εἶναι ἀσφαλῶς ἡ σύγχυση, ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῶν ταυτοτήτων. Μέσα σὲ ἕναν κόσμο ποὺ μεταβάλλεται καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπαναπροσδιοριστῆ, αὐτομάτως τὸ ζήτημα «ποιοὶ εἴμαστε» – ἢ ἀκόμη ἀκριβέστερα «ποιοὶ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε», τὸ ζήτημα τῆς ἴδιας μας τῆς αὐτοσυνειδησίας, ἀνάγεται σὲ μεῖζον. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτά, ἡ ἀπόπειρα προσδιορισμοῦ τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας – εἴτε στὴν αὐθεντική, εἴτε καὶ στὶς μεταλλαγμένες ἐκδοχὲς της (δεδομένου ἄλλωστε ὅτι ποτὲ δὲν ἦταν κάτι στατικό, ἀλλὰ στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ὑπέστη μεγάλες μεταβολὲς λόγῳ ἐσωτερικῶν μετεξελίξεων, ἀλλὰ καὶ ἔξωθεν ἐπεμβάσεων), δὲν εἶναι καθόλου ἁπλὸ ἔργο. Θὰ ἐπιχειρήσουμε ἐδῶ μία πολὺ ταπεινὴ καὶ -μοιραία- ἀτελέστατη ἀπόπειρα πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, ἐπικεντρώνοντας μάλιστα κυρίως σ᾿ ἐκείνη τὴ διάσταση τῆς ταυτότητάς μας, ποὺ σχηματικὰ θὰ τολμούσαμε νὰ τὴν ἀποκαλέσουμε «θρησκευτική». Γιατί «σχηματικὰ» καὶ γιατί μιλᾶμε περί… τόλμης; Μὰ ἐπειδὴ βεβαίως ἕνας τέτοιος ἐπιμερισμὸς θὰ ἦταν κάποτε ἐντελῶς ἀνόητος (καὶ ἀκόμη περισσότερο παντελῶς ἀκατανόητος), δεδομένου ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν ὄχι ἁπλῶς τὸ βασικότερο δομικὸ στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς μας, ἀλλὰ κάτι πολὺ οὐσιωδέστερο καὶ βαθύτερο ἀκόμη κι ἀπὸ αὐτό: ἦταν ἡ ἴδια ἡ ψυχή της, τὸ ἴδιο τὸ ἐσώτατο ὀξυγόνο της, ἕνας συνολικὸς τρόπος ζωῆς, συμπεριφορᾶς καὶ συναντίληψης τῶν πάντων, ἕνα συνολικὸ πλαίσιο γιὰ τὴν προσέγγιση ὄχι μόνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, καθὼς ὅμως καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἄψυχης κτίσεως. Ἦταν μὲ λίγα λόγια ὁ ἴδιος ὁ καθ᾿ ἡμᾶς Τρόπος ἐν τῷ συνόλῳ του, ὥστε νὰ φαντάζει ἀπολύτως γελοία καὶ ἀντι-ἱστορικὴ ἡ διάκρισή της ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα συστατικὰ αὐτοῦ ποὺ σχηματικὰ ἀποκαλοῦμε «νεοελληνικὴ ταυτότητα». Ταυτόχρονα ὅμως ὀφείλουμε ἐπίσης νὰ τονίσουμε πὼς καὶ ὁ ὅρος «θρησκεία» γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους κανονικὰ δὲν ἔχει νόημα, γιατί εἶναι ὅρος ποὺ κυρίως περιγράφει ἕνα στατικὸ ἠθικιστικὸ ἀξιακὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο φυσικὰ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὸν ἄνεμο ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία. Καὶ ὁ ἄνεμος δὲν περιγράφεται, οὔτε καὶ μπαίνει σὲ καλούπια. Θὰ κρατήσουμε ὡστόσο παρ᾿ ὅλα αὐτὰ τὸν ὅρο «θρησκευτικὴ διάσταση» τῆς ταυτότητάς μας, γιατί δυστυχῶς ἐδῶ καὶ ἀρκετὲς δεκαετίες ἔχει ἀποκτήσει πλέον πρακτικὰ καὶ γιὰ ἐμᾶς νόημα. Καὶ ἐννοῶ ἀσφαλῶς τὴ μετάλλαξη τῆς ἐν λόγῳ ταυτότητας, ἐξαιτίας κυρίως τῆς σταδιακῆς «θρησκειοποίησης» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος, μίας ἐξέλιξης ποὺ συντελέστηκε μέσα ἀπὸ μία καθαρὰ προτεστάντικου τύπου εὐσεβιστική κωδικοποίηση, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ συνοδεύει ὅλη τὴ σύγχρονη ἱστορία μας. Ἀνάγει τὶς ἀπαρχὲς της ἤδη στὴν προεπαναστατικὴ περίοδο, τὴν ἐποχὴ ποὺ φτάνουν καὶ στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴ οἱ τοξικὲς οὐσίες τοῦ λεγόμενου Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ (ἤ… Διασκοτισμοῦ – ὅπως τοὐλάχιστον τινὲς ἐξ ἡμῶν ἔχουμε ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια καταλήξει), τότε δηλαδὴ ποὺ ἡ εἰσβολὴ τῆς αὐτιστικῆς ἐκείνης ἀποθέωσης τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου (μέσῳ τῶν εὐρωπαϊκῶν… στοῶν -γιὰ νὰ μὴν ξεχνιόμαστε- δεδομένου ὅτι ἅπαντες οἱ δῆθεν ὀρθολογιστὲς διαφωτιστὲς τῆς Δύσης ἦταν στὴν πραγματικότητα ἀποκρυφιστὲς καὶ μασῶνοι), ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν ὠθεῖ στὴν κατασυκοφάντηση τῆς πίστης ὡς μεσαιωνικοῦ σκοταδισμοῦ, ὁδηγεῖ τὸ λιγότερο σὲ μία πρώϊμη μορφὴ θεολογικῆς ἐκκοσμίκευσης. Στὴ συνέχεια ἔχουμε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ᾿21, μὲ τὴν ὁποία ἕνα τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐλευθερώθηκε μὲν ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, γρήγορα πέρασε ὅμως κάτω ἀπὸ ἄλλους (ἐνίοτε μάλιστα πολὺ χειρότερους), μετατρεπόμενο σὲ ἕρμαιο στὰ χέρια ἀλλοτρίων συμφερόντων, σὲ προτεκτοράτο στὰ χέρια ξένων δυνάμεων, σὲ ἄθλιο θύμα τῆς οἰκονομικῆς του καχεξίας καὶ βασικὰ βεβαίως σὲ πεδίο ἐπιβολῆς ξένων πολιτισμικῶν προτύπων, ποὺ ὁδήγησαν στὴν πνευματική του διάβρωση, ἀλλοτρίωση καὶ ἐν τέλει ἐκποίηση. Ἡ μετάλλαξη λοιπὸν τῆς ταυτότητάς μας συνεχίζεται στοὺς νέους αὐτοὺς καιρούς, τοὺς καιροὺς τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατικοῦ ψευδο-μορφώματος τοῦ 1830, αὐτοῦ τοῦ ψεύτικου ῥωμαίϊκου ποὺ προφήτεψε ὁ πατρο-Κοσμᾶς, αὐτοῦ τοῦ ἐλεεινοῦ ῥωμαίικου, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλῶντας ὁ μέγας Μακρυγιάννης, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ πεῖ ὅτι πὼς τέτοια λευτεριὰ τὴ σιχάθηκε καὶ ὅτι «ἂν μᾶς ἔλεγε κανένας αὐτείνη τὴν λευτεριὰ ὅπου γευόμαστε, θὰ παρικαλούσαμε τὸν Θεὸν νὰ μᾶς ἀφήσει εἰς τοὺς Τούρκους ἄλλα τόσα χρόνια, ὅσο νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί θὰ εἰπῆ πατρίδα, τί θὰ εἰπῆ θρησκεία, φιλοτιμία, ἀρετὴ καὶ τιμιότης». Καὶ συνεχίζει μετὰ τὴ διαδρομή της κατὰ τὸν ὕστερο 19ο αἰῶνα καὶ καθ᾿ ὅλο τὸν 20ό, μέσα ἀπὸ ἕνα συνεχῆ ἐκδυτικισμό, μέσα ἀπὸ τὴν (ἀναφανδὸν χρήζουσα ψυχιατρικῆς ἔρευνας) προσπάθειά μας νὰ πετάξουμε πάσῃ… θυσίᾳ στὴ χωματερή, ὡς πλεγματικοὶ νεόπλουτοι, τὴν Οὐσία μας, ὅλα τὰ σημαίνοντα καὶ σημαινόμενα τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς Τρόπου, ὅλα αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ μᾶς γέννησαν καὶ μᾶς κράτησαν ζωντανοὺς ἐπὶ χιλιετίες. Ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἀπόπειρα νὰ γίνουμε «πολιτισμένοι», πιθηκίζοντας ξένα πρότυπα καὶ τρόπους ἀλλότριους. Ἡ ἀπόπειρα γιὰ νὰ μάθουμε νὰ ψελλίζουμε, κατὰ πῶς λέει κι ὁ Σεφέρης, «σπασμένες λέξεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες»… Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ (καὶ ἀνεξάρτητα βεβαίως ἀπὸ τὰ ξένα κέντρα τῆς ἐκπορεύσεώς του) ἦταν συνάμα ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες καὶ ἡ νευρωτικὴ ἐμμονὴ τῆς ἑλλαδικῆς ἄρχουσας τάξης, τῆς λεγόμενης ἀστικῆς καὶ μεγαλοαστικῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἀσφαλῶς δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τάξη φυσιολογικὰ ἀναπτυγμένη (καὶ γιὰ τοῦτο ἰδεολογικὰ συγκροτημένη), τὸ ἐν λόγῳ ἐγχείρημα ὑπῆρξε κωμικοτραγικό. Μιλᾶμε ἁπλῶς γιὰ μία καλοζωϊσμένη γουνένδυτη κουρελαρία, ἡ ὁποία λὲς καὶ αἰσθάνθηκε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσει ἕνα κὶτς νεοπλουτίστικο… κάρμα αὐτὸ -εὐνουχισμένου γραικύλου- καὶ ἔτσι μπόρεσε χωρὶς πολλὲς διαδικασίες νὰ περάσει ἀπὸ τὸν κύκλιο χρόνο στὸν γραμμικὸ «ἐκσυγχρονισμό», ἀπὸ τὸ χαροποιὸ πένθος στὴ χαζοχαρούμενη χυδαιότητα, ἀπὸ τὸ ὅραμα στὸ κομπόδεμα, ἀπὸ τὸν Ῥωμανὸ τὸν Μελωδὸ στὸν Χαῖντελ, ἀπὸ τὸν τσάμικο στὸν Τζίμη Μακούλη (καὶ ἀργότερα βέβαια στὸν Μαζωνάκη καὶ τὴν… Καλομοίρα), ἀπὸ τὸν Μακρυγιάννη στὶς «Δύο Ὀρφανὲς» καὶ μετὰ στὸν Κούντερα καὶ τὸν Κοέλο, μὲ ὀλίγη ἀπὸ «ΚΛΙΚ», «NITRO» καὶ ἕτερους life style μεγαλοχαρτοπολτούς. Μέσα στὴ συνολικὴ αὐτὴ ἐκπάγλου κάλλους… πολιτιστικὴ σύνθεση οὐδεμία θέση πλέον εἶχε (ὅπως εὔκολα ἀντιλαμβάνεται καὶ ὁ πλέον ἀδαὴς) ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ ἄλλωστε, ὅπως εἴπαμε, εἶχε ἤδη -μέσα στὸ μυαλὸ τῶν πολλῶν- μετεξελιχθεῖ σὲ ἀξιακὸ ἠθικισμό, ἄρα καὶ σὲ σύστημα ὑποκείμενο σὲ κάθε εἴδους ἀμφισβήτηση. Ἦρθε μετὰ καὶ ἡ περαιτέρω νόθευση τῶν παραεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων, ἦρθε καὶ ἡ χυδαία πολιτικὴ καπηλεία μὲ τίς… «Ἑλλάδες τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν» καὶ ἔτσι μπήκανε πιὰ στὴ θέση τους καὶ οἱ ἔσχατες ψηφῖδες. Κάπως ἔτσι (καὶ βεβαίως πολὺ σχηματικὰ) ἦταν ποὺ ἀπωλέσαμε τὸν ἑαυτό μας στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς διαδρομῆς τῶν τελευταίων δύο περίπου αἰώνων. Καὶ μετὰ καὶ ἀπὸ τὴ βαθύτατα τραγικὴ περίοδο τῆς λεγόμενης Μεταπολίτευσης, ὁπότε καὶ ὅλος ὁ προηγούμενος κατήφορος μεταβλήθηκε σὲ ὀφθαλμοφανῆ ἐλεύθερη πτώση, φτάσαμε πιὰ ἐδῶ, στὴν Ἑλλάδα τοῦ σήμερα, στὴν Ἑλλάδα τοῦ ἀσύδοτου πλουτισμοῦ, τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς ὑστερίας, τῆς πολιτιστικῆς ἀσυναρτησίας, τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκκοσμίκευσης, τῆς μιθριδατικῆς ἄμβλυνσης ὅλων τῶν ἀξιῶν, τῆς εὐρύτερης κρίσης ὅλων τῶν θεσμῶν. Σὲ μία Ἑλλάδα, ποὺ ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες τὴ λυμαίνονται σκοτεινοὶ μεγαλοεργολάβοι καὶ μεγαλοεκδότες, τραγικοὶ πολιτικοί, ἀγύρτες δημοσιογράφοι, ἐθνομηδενιστὲς ψευδο- κουλτουριάρηδες, ἐκκοσμικευμένοι ρασοφόροι, ἀντάξιοι ὅμως δυστυχῶς ὅλοι τους ἡμῶν, δηλαδὴ ἑνὸς λαοῦ τυφλοῦ πλέον καὶ ἀμνησιακοῦ, ἑνὸς λαοῦ ποὺ καθημερινὰ βουλιάζει ὁλοένα καὶ περισσότερο στὴ βαθύτερη παρακμὴ καὶ στὴν ἀπόλυτη ἀνοησία, ἑνὸς λαοῦ ποὺ δὲν ξέρει πιὰ ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια «ποῦ πατᾶ καὶ ποῦ πηγαίνει». Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη μεγάλη ἀλλοίωση τῆς ταυτότητάς μας. Ἡ μεταποίηση  τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ἠθικιστικὸ σύστημα ἀξιῶν. Καὶ ἐπειδή, ὅπως ἤδη προανέφερα, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἦταν ἁπλῶς μία «θρησκεία», ἀλλὰ ἐν συνόλῳ ὁ καθ᾿ ἡμᾶς Τρόπος, μία βιωματικὴ σχέση μὲ τὰ πάντα, τὸν Θε- ό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὴ φύση, μία σχέση μὲ τὸ ὑπὲρ Λόγον, ἀλλὰ καὶ τὸ κατὰ Λόγον, ἡ μετάλλαξη αὐτὴ δὲν μᾶς μετέτρεψε ἁπλῶς σὲ ἄλλου εἴδους… χριστιανούς. Μᾶς μετέτρεψε σὲ ἄλλου εἴδους ὄντα – ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ μεταποίηση καὶ ὁ συνεπαγόμενος ἐκφυλισμὸς τῆς πίστης σὲ ἰδεολογία ἄλλαξαν σταδιακὰ ὁλόκληρη τὴ στάση μας ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ στὰ πράγματα. Ἡ ταυτότητά μας, ἡ νεοελληνικὴ ταυτότητα, ἦταν μέχρι τότε συνολική, ὁλιστική, τὰ περιλάμβανε ὅλα: ἱστορία, παράδοση, πίστη, γλῶσσα, τέχνη, τὰ πάντα. Τώρα πλέον αὐτὴ ἡ ταυτότητα σταδιακὰ διασπᾶται, κατακερματίζεται σὲ πολλαπλὲς ἐπιμέρους ταυτότητες. Ταυτότητες λειψές, ἀτελέσφορες, ἀκρωτηριασμένες. Καὶ ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ξεκινᾶ ἡ σύγχρονη νεοελληνική μας ὑπαρξιακὴ σύγχυση. Ἢ -μᾶλλον ἀκριβέστερα- ἡ νεοελλαδική μας σύγχυση, καθὼς αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη ἔχει ὡς πηγὴ της τὸ κρατικὸ ἐξάμβλωμα τοῦ 1830. Τὸν ὑπόλοιπο Ἑλληνισμὸ δὲν τὸν ἀφορᾶ κατ᾿ ἀρχάς. Ἀρχίζει νὰ τὸν ἀφορᾶ, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ αὐτὸς ἀρχίζει νὰ συνδέεται ἢ σταδιακὰ νὰ ἐνσωματώνεται στὸ συγκεκριμένο πανάθλιο μόρφωμα. Μία ἀντίδραση τώρα ἀπέναντι σὲ ὅλα αὐτὰ διαφάνηκε βεβαίως μὲ τὴν ἄνθηση τοῦ Ἁγιορείτικου (καὶ ὄχι μόνο) Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ καὶ τὸ ἄνοιγμά του πρὸς τὸν πνευματικὰ χειμαζόμενο ἑλληνικὸ λαό. Ἡ ἄνθηση αὐτή, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς συνοδεύτηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση κάποιων πολὺ ἐμβληματικῶν περιπτώσεων σύγχρονης ἁγιότητας, ποὺ ἔπαιξαν τὸν ρόλο τοῦ πνευματικοῦ φάρου, συνέπεσε χρονικὰ μὲ τὴν ἔσχατη κατάπτωση τῶν τελευταίων 3-4 δεκαετιῶν, καὶ φυσικὰ αὐτὸ μόνο… συμπτωματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ συνέβει, ἀλλὰ (γιὰ τοὺς ἔχοντας τοὐλάχιστον ὦτα ἀκούειν καὶ ὀφθαλμοὺς ὁρᾶν) ὀφείλει νὰ ἐκληφθῆ ὡς μία ξεκάθαρη ἐκδήλωση τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ στήριξη τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὴν ἐν ἐξελίξει ὁλομέτωπη ζοφοπνεμένη λαίλαπα τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ». Ταυτόχρονα πάντως ἀξίζει γιὰ ἱστορικοὺς λόγους νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ἡ ἐμφάνιση (πάλι κάπου ἐκεῖ, μέσα στὴ δεκαετία τοῦ ᾿70) καὶ κάποιων παρεῶν ἀπὸ θεολόγους καὶ διανοητές, ποὺ κήρυξαν τὴν ἐπιστροφὴ στὶς πηγὲς καὶ τὴν αὐθεντική μας ταυτότητα, στὴν προπτωτική της περίοδο. Χαρακτηριστικότερη ἴσως ἀνάμεσά τους ἡ κίνηση τῶν λεγόμενων Νεο-ὀρθοδόξων, μία κίνηση ὡστόσο ποὺ εἶχε δυστυχῶς πολὺ βασικὲς ἀτέλειες, μὲ κυριότερη τὸν διανοουμενίστικο χαρακτήρα της. Καὶ ὄχι πὼς αὐτὸ εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην κακό, στὴν προκειμένη ὅμως περίπτωση εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ μιλᾶς γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο βίωμα – καὶ τὸ βίωμα αὐτὸ νὰ προσπαθεῖς νὰ τὸ προσεγγίσης ἐγκεφαλικὰ καὶ μάλιστα μὲ φιλοσοφικὴ ἀλαζονικὴ αὐταρέσκεια, τοὐτέστιν ἄνευ ἴχνους ταπεινώσεως. Αὐτὸς ἦταν πιθανότατα καὶ ὁ λόγος ποὺ ἡ συγκεκριμένη κίνηση ἀπέτυχε τελικά, ἐκτρεπόμενη μάλιστα καὶ σὲ ἐξίσου αὐτάρεσκες (νεο-νικολαϊτικές, εὐδαιμονιστικὲς ἢ ἄλλες) θεολογικὲς πλάνες. Ἡ κατάληξη εἶναι βεβαίως γνωστή, μὲ ἐμφανέστερα παραδείγματα ἀσφαλῶς τὴν τραγικὴ νεοεποχίτικη κατάντια τοῦ πάλαι ποτὲ ἐνδιαφέροντος (ἂν μὴ τί ἄλλο) χώρου τῆς «Σύναξης», ἀλλὰ βεβαίως καὶ τὴν περίπτωση διανοητῶν τύπου Ράμφου, ποὺ ὄχι μόνο δὲν μπόρεσαν ποτὲ τους νὰ γίνουν… Κόντογλου, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πλάνης τους κατάντησαν τελικὰ ἐδῶ καὶ χρόνια νεοταξίτες ἀπολογητὲς τῆς Παγκοσμιοποίησης καὶ θλιβερὰ ἐξαπτέρυγα τοῦ συστήματος. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅμως, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε ἰσοπεδωτικοί, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἐν λόγῳ κίνηση στὸν καιρό της, ἕναν καιρὸ βαθιᾶς πνευματικῆς ξηρασίας, ἔπαιξε ἀναμφίβολα καὶ αὐτὴ τὸν ρόλο μίας γέφυρας, ὥστε κάποιοι ἄνθρωποι νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὰ ἀστεῖα προτεστάντικα κειμενάκια τῶν θεολόγων τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50 καὶ τοῦ ᾿60 καὶ νὰ ξαναβροῦν τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο Νύσσης, τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, νὰ ξαναψάξουν πίσω στὴν Παράδοση καὶ τὸν ξεχασμένο μας πνευματικὸ πλοῦτο. Καὶ ἐπειδὴ τίποτε δὲν πάει χαμένο, τὸν ρόλο αὐτὸ τὸν συνέχισαν τὰ τελευταῖα χρόνια ἄλλες ὁμάδες καὶ παρέες, βασισμένες ἀναμφίβολα σὲ πιὸ ὑγιεῖς καὶ στέρεες πνευματικὲς βάσεις. Βλέπουμε ὅμως ὅτι (ἴσως ἐπειδὴ καὶ νὰ ζοῦμε σὲ ἔσχατους καιροὺς) ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε στὸ ἐν Ἑλλάδι σύστημα νὰ ἀναδιπλωθεῖ καὶ νὰ ἀντεπιτεθεῖ. Ὁ λόγος ἄλλωστε εἶναι ἀναφανδὸν γιὰ ἕνα σύστημα ποὺ βρισκόταν πάντοτε σὲ εὐθεία ἐξάρτηση (ἐντολοδόχου) ἀπὸ τὴν παγκόσμια κραταιὰ σιωνιστικὴ συμμορία καὶ εἶχε ὡς ἐκ τούτου ἄπειρα ὑλικὰ μέσα στὴ διάθεσή του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ νέα αὐτὴ ἐπίθεση δὲν ἐκφύλισε μόνο κάποιες παρέες θεολογούντων διανοητῶν τοῦ ὕστερου 20οῦ αἰῶνα σὲ πλανεμένες παρα-ὀρθόδοξες σέχτες, οὔτε διέλυσε μόνο μὲ τὸ νεοεποχίτικό της δηλητήριο τὶς θεολογικὲς σχολές, οὔτε γέννησε μόνο τὴν ἐκτρωματικὰ ἀπερινόητη τραγικωμωδία τῆς (αὐτοφερόμενης ὡς) «μετα- πατερικῆς θεολογίας», ἀλλὰ οὔτε καὶ διάβρωσε μόνο τοὺς πλείστους ταγοὺς τῆς ἑλλαδικῆς διοικοῦσας Ἐκκλησίας. Τὴν ἐπίθεση αὐτὴ τὴν ἔνιωσε στὸ πετσὶ του ἐν τέλει μέχρι καὶ ὁ Ἁγιορείτικος μοναχισμός: ἡ ἐκκοσμίκευση καὶ ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθὰ (καὶ κοινοτικὰ κεφάλαια) ἦταν δυστυχῶς γιὰ τὸν τελευταῖο ἡ ἄλλη (καὶ ὁλωσδιόλου θλιβερὴ) ὄψη τοῦ νομίσματος – σὲ σχέση μὲ τὴν προαναφερθεῖσα του ἄνθηση. Καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε πλέον καὶ μὲ ἄλλα λόγια (καὶ καθὼς συνεχίζουμε βεβαίως νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη νεοελληνικὴ ταυτότητα): ὡς ἄμεση καὶ βασικότατη συνέπεια αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπίθεσης ζοῦμε σήμερα μία ἀκόμη νέα μεγάλη μετάλλαξη. Καὶ αὐτὴ πλέον δὲν ἀφορᾶ ἀσφαλῶς μόνο σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα φαινόμενο παγκόσμιο. Ζοῦμε τὴν ἀπόπειρα ἐπιβολῆς τοῦ τέλους τῶν θρησκειῶν, μέσα ἀπὸ μία ὀφθαλμοφανῶς τεχνητὴ διαδικασία ἑνὸς γενικότερου θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ἔχει ὡς ἄμεσους στόχους του τὴν ἄμβλυνση τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν λαῶν, τὴ σταδιακὴ ἰσοπέδωση (μέσα ἀπὸ τὴ μιθριδατικὴ ἐξοικείωση μὲ τὶς συνεχεῖς ἐπαφές, τοὺς «διαλόγους» καὶ τὶς συμπροσευχὲς) τῶν θρησκευτικῶν τους ἰδιαιτεροτήτων καὶ τὴν ψυχολογική τους προετοιμασία γιὰ τὸ σερβίρισμα τῆς νεοεποχίτικης πανθρησκειακῆς σαλάτας, τῆς ὁποίας ἡ παρασκευὴ βρίσκεται ἤδη ἐν πλήρῃ ἐξελίξει. Ποιοί εἶναι τώρα αὐτοὶ ποὺ τὴν παρασκευάζουν καὶ τὴ σερβίρουν, μὲ ὄργανα τὰ κατὰ τόπους «παπαγαλάκια» τους; Μὰ ἀσφαλῶς τὰ ἴδια ἀφεντικὰ ποὺ προωθοῦν καὶ τὶς ἄλλες ἀπόπειρες συγκρητισμοῦ, σὲ εὐρύτερα πολιτισμικὸ πλέον καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόπειρες φυσικὰ ὑποκρύπτονται στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ἀνάγνωσης τῆς λεγόμενης Παγκοσμιοποίησης. Γιὰ τὴν Παγκοσμιοποίηση θὰ πρέπει ἀσφαλῶς νὰ ξεκαθαρίσουμε ὅτι δὲν ἔχει μόνο τὶς δεδομένες οἰκονομικὲς καὶ πολιτικὲς διαστάσεις (τὶς ὁποῖες ὅλοι λίγο- πολὺ γνωρίζουν), ἀλλὰ καὶ ἄλλες, πολὺ βαθύτερες παραμέτρους (τὶς ὁποῖες πολὺ λιγότεροι ἔστω ὑποψιάζονται). Καὶ ἐννοῶ φυσικὰ τὴν πλήρη πνευματικὴ καὶ πολιτισμικὴ διαπλανητικὴ ἰσοπέδωση, ἡ ὁποία προωθεῖται μέσα ἀπὸ τὶς ἄοκνες προσπάθειες γιὰ διάλυση τῶν θρησκειῶν, τῶν ἐθνικῶν πολιτισμῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν γλωσσῶν. Καὶ νὰ ξεκαθαρίσουμε ἀκόμη ὅτι τὸ παιχνίδι ποὺ αὐτὴ τὴ στιγμὴ παίζεται πάνω στὸν πλανήτη, εἶναι πρωτίστως πνευματικὸ καὶ θρησκευτικὸ – καὶ ἐντελῶς δευτερευόντως πολιτικὸ καὶ οἰκονομικό. Σὲ πεῖσμα ὅλων τῶν προσεγγίσεων ποὺ ἑδράζονται στὸ (ἐνίοτε χρήσιμο μέν, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀπελπιστικὰ ἁπλοϊκὸ) μαρξιστικὸ μοντέλο, εἶναι ἀρίδηλο ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ὑποτα­γὴ τῶν λαῶν ἀποτελεῖ στὴν πραγματικότητα τὸ μέσο γιὰ τὴν πνευματική τους ἅλωση – καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο. Αὐτὸ δείχνουν δυστυχῶς ἐνίοτε νὰ τὸ ἀγνοοῦν ἀκόμη καὶ κάποιοι πολὺ σοβαροὶ -κατὰ τὰ ἄλλα- καὶ ἰδιαίτερα καλοπροαίρετοι μελετητὲς τοῦ «δικοῦ» μας εὐρύτερου χώρου, ποὺ ὅμως ἔτσι ἀδυνατοῦν ἀσφαλῶς νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ τί πραγματικὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὶς σύγχρονες παγκόσμιες ἐξελίξεις. Καὶ ἐννοῶ φυσικὰ ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς καὶ τὴ λεγόμενη «παγκόσμια οἰκονομικὴ κρίση», γιὰ τὴν ὁποία π.χ. εἶναι ἐντελῶς κωμικὸ τὸ νὰ ἐπιχειροῦμε νὰ τὴν ἀποδώσουμε (καὶ τὸ λέω πολὺ σχηματικὰ) σὲ μία ἁπλῶς κρίση τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος. Ἀντίθετα, αὐτὴ ἡ ἀπερίγραπτα ἐκτρωματικὴ ἱστορία, ὅπου ἅπας οὐσιαστικὰ ὁ πλανήτης ἐμφανίζεται νὰ χρωστᾶ ἰλιγγιώδη ποσὰ σὲ κάποια ὁλότελα μυστηριώδη κέντρα καί… παράκεντρα (τύπου Παγκόσμιας Τράπεζας ἢ ἑτέρων συναφῶν… φιλανθρωπικῶν σωματείων), ποσὰ μάλιστα ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν ὑφίστανται κἄν, εἶναι μία ἱστορία ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ οἰκονομικοὺς ὅρους. Μπορεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ πνευματικούς. Εἶναι προδήλως μία ἀπολύτως τεχνητὴ καὶ κατευθυνόμενη ἐξέλιξη, ποὺ στοχεύει ἀφ᾿ ἑνὸς στὴν ἀνακατανομὴ τοῦ παγκόσμιου πλούτου καὶ ἀκολούθως τὴ συγκέντρωσή του στὰ χέρια ὅλο καὶ λιγότερων (καὶ βασικότατων -κατὰ θαυμαστή… σύμπτωση- μελῶν τῆς σιωνιστικῆς μαφίας) καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου στὴν παγκόσμια ἀποσταθεροποίηση, ποὺ ἁπλούστατα θὰ διαμορφώσει τὶς κατάλληλες οἰκονομικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ νέου μεγάλου παγκοσμίου δόγματος. Καὶ βεβαίως τὸ νέο αὐτὸ δόγμα εἶναι «Μία θρησκεία – Μία οἰκονομία – Ἕνας πολιτισμὸς – Μία ἡγεσία». Ὅ, τι κι ἂν σᾶς θυμίζει αὐτὸ (εἴτε Τζὼρτζ Ὄργουελ, εἴτε Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη) ἡ οὐσία δὲν ἀλλάζει. Καὶ τὸ δόγμα αὐτό, γιὰ νὰ ἐπιβληθεῖ, προϋποθέτει λαοὺς ἀπαίδευτους, ἱστορικὰ ἀποπροσανατολισμένους, ἐθνικὰ διαλυμένους, γλωσσικὰ κατεστραμμένους καὶ θρησκευτικὰ ἀποχρωματισμένους. Καὶ ταυτόχρονα βεβαίως λαοὺς καταβεβεβλημένους ἀπὸ τὸν φόβο, ὅθεν καὶ ἡ συνεχόμενη ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια τρομολαγνεία μὲ τὶς δῆθεν Ἂλ Κάιντες, τὶς δῆθεν ἐπιδημίες καὶ πανδημίες καὶ τὴν ἐπίσης δῆθεν ἀπειλὴ τῆς παγκόσμιας οἰκονομικῆς κατάρρευσης (ποὺ φυσικά, ὅπως προαναφέρθηκε, εἶναι ὄντως ἀπειλή, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα μ᾿ αὐτὸ ποὺ μᾶς σερβίρουν καθημερινὰ τὰ ἐγκάθετα ΜΜΕ). Τὰ πάντα – ἀπὸ τὰ γνωστὰ κουρελογραφήματα τύπου Ρεπούση καὶ τὴ δῆθεν ἀνάγκη ἐπαναπροσέγγισης τῆς Ἱστορίας (ὥστε νὰ πάψει νά…«διχάζει»), ἕως τὴν «ἀνάγκη» γιὰ παγκόσμια οἰκονομικὰ μέτρα καὶ ἕως τὶς ἀγκαλιὲς τῶν Ἱεραρχῶν μας μὲ τοὺς καρδινάλιους καὶ τοὺς ἰμάμηδες – εἶναι ὅλα σελίδες τοῦ ἴδιου ἀκριβῶς βιβλίου, σελίδες φαινομενικὰ μόνο (γιὰ τοὺς ἀνυποψίαστους ἀφελεῖς) διαφορετικὲς μεταξύ τους. Καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια ἀκριβῶς πηγὴ ξεκινᾶ καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ ἀγαπολογία μὲ ὑποτιθέμενο σκοπὸ τὴν ἐξουδετέρωση τῶν θρησκευτικῶν φανατισμῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὴν ἀνάγκη «σεβασμοῦ τοῦ διαφορετικοῦ», «κατανόησης τοῦ Ἄλλου» καὶ προσέγγισης τῶν λαῶν μέσα ἀπὸ τὸ γνωστὸ πολυπολιτισμικὸ μοντέλο. Ἀπὸ τὴν ἴδια τέλος πηγὴ ξεκινᾶ καὶ ἡ τρομολαγνεία. Ἤδη ἐδῶ καὶ χρόνια μάλιστα ἀκούγονται ἀπὸ ἐπίσημα χείλη καὶ φωνὲς γιὰ τὴν «ἀναγκαιότητα μίας Παγκόσμιας Κυβέρνησης». Φωνὲς ποὺ εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ πολλαπλασιαστοῦν στὸ ἄμεσο μέλλον. Καὶ θὰ πολλαπλασιάζονται συνεχῶς, μέχρι νὰ πειστοῦν ὅλοι ὅτι ὁ πλανήτης βαδίζει πρὸς τὸν ὄλεθρο – καὶ ἔχει συνεπῶς ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα Παγκόσμιο Σωτῆρα. Ἂς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμό, τὴ βασικὴ -ἐπαναλαμβάνω- παράμετρο ὅλου αὐτοῦ τοῦ παιχνιδιοῦ ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ὁμογενοποίηση τοῦ πλανήτη καὶ ἀπειλεῖ νὰ καταπιεῖ καὶ νὰ συγχωνεύσει ὅλες τὶς ἐθνικὲς ταυτότητες (καὶ ἀνάμεσά τους βεβαίως -καὶ ἴσως πρωτίστως- καὶ τὴν ἑλληνική). Καὶ αὐτὸ τὸ παιχνίδι μαίνεται ἐδῶ καὶ δεκαετίες μὲ τὴ συνενοχὴ ἐννοεῖται καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων. Τίποτε ἄλλωστε δὲν γίνεται διὰ τῆς βίας. Κανεὶς δὲν ἀναγκάζει π.χ. τὸν μέσο νεοέλληνα νὰ θεωρεῖ τὴν ἀντίδραση στὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς φονταμενταλιστικὸ φανατισμό. Αὐτὸ ἀπορρέει ἐμφανῶς ἀπὸ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῆς πίστης τῶν πατέρων του, αὐτὸ ποὺ συνέβη δηλαδή, ὅπως προαναφέρθηκε, τὰ τελευταία 200 χρόνια. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μετατρέπεται σέ… Χριστιανισμό, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ποτήριο ἐκφυλίζεται (μέσα στὸ μυαλὸ τῶν περισσοτέρων) σὲ νεοπουριτανικὸ κώδικα εὐσεβισμοῦ, ὅλα πλέον εἶναι σχετικὰ καὶ συνεπῶς ἀμφισβητήσιμα, ὅπως ἀκριβῶς δηλαδὴ καὶ κάθε ἄλλη ἰδεολογία. Κανεὶς δὲν ἀναγκάζει ἐπίσης τὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐκπροσωπεῖται σταθερὰ στὴν παρωδία τοῦ -αὐτοφερόμενου ὡς- Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Καὶ κανεὶς βέβαια δὲν ἀναγκάζει τέλος συγκεκριμένους ὑψηλόβαθμους κληρικούς μας ἢ μεγαλοκαθηγητάδες Θεολογικῶν σχολῶν νὰ συναγελάζονται σὲ διαθρησκειακὲς λατρευτικὲς μυστικοσυνάξεις μαζὶ μὲ καρδινάλιους, πάστορες, γκουρού, ἰμάμηδες καὶ μάγους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅμως, μία ποὺ ἔγινε ἀναφορὰ στὸν Οἰκουμενισμό, δὲν θὰ ἐστερεῖτο σημασίας νὰ εἰπωθοῦν κάποια πράγματα καὶ γι᾿ αὐτόν, γιατί ἀποτελεῖ κομβικῆς σημασίας ἔννοια στὴν πορεία πρὸς τὴ διαμόρφωση αὐτῆς τῆς νέας παγκόσμιας ταυτότητας, τοῦ θρησκευτικὰ ἑνιαίου homo universalis. Ὁ τελικὸς στόχος, ποὺ εἶναι ἀσφαλῶς ἡ παγκόσμια Πανθρησκεία καὶ τὸν ὁποῖο εὐαγγελίζονται τὰ ὄργανα τῆς Νέας Τάξης καὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς, προϋποθέτει κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἑνοποίηση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου (ἢ τέλος πάντων τοῦ φερόμενου ὡς χριστιανικοῦ). Καὶ τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι φυσικὰ ἡ περίφημη «Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», γιὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ περισσότερες κινήσεις πραγματοποιοῦνται τὰ τελευταῖα χρόνια. Εἶναι γνωστὸ βεβαίως ὅτι πολλοὶ χαρακτηρίζουν ὅλη τὴν πολεμικὴ κατὰ τῶν συγκεκριμένων ἑνωσιακῶν κινήσεων, ὡς ὑπερβολὴ ἢ καὶ ὡς πραγματεία περί… ὄνου σκιᾶς. Μπορεῖ καὶ νὰ θεωροῦν ὅτι σὲ τελικὴ ἀνάλυση τίποτε τὸ ἀξιοσημείωτο δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοὺς Φραγκολατίνους, ὁπότε καλὸ θὰ ἦταν νὰ τελειώνει ἐπιτέλους αὐτὴ ἡ χιλιόχρονη διχαστικὴ ἱστορία. Ἴσως πάλι καὶ νὰ ἐνστερνίζονται καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνηέντως ὑποβολιμαῖα περὶ «ἀγάπης» καὶ «ὁμόνοιας». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ πολλὴ «ἀγάπη» βλάπτει ἐνίοτε τὴν… ὑγεία, θὰ ἄξιζε ἴσως τὸν κόπο στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ποῦμε ὁρισμένα πράγματα, ἔστω καὶ ἀδρομερῶς, μὲ τὸ πραγματικό τους ὄνομα… Καὶ κατ᾿ ἀρχὰς ὀφείλουμε νὰ ξεκαθαρίσουμε ὅτι οἱ θεολογικὲς διαφορὲς μὲ τὴ Δύση εἶναι στὴν πραγματικότητα χαώδεις καὶ φυσικὰ δὲν ἔχουν πάψει στὸ παραμικρὸ νὰ ὑφίστανται. Ὅσο κι ἂν εἶναι βέβαιο ὅτι γιὰ ἐκείνη τὴν τελικὴ ρήξη τοῦ 1054 ἔπαιξαν ῥόλο καὶ πολιτικὰ αἴτια (τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ὑπερτονίζουν οἱ ἐγκάθετοι τοῦ συγκρητισμοῦ), εἶναι ἀκόμη πιὸ σίγουρο ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπιστέγασε ἁπλῶς τυπικὰ μία μακραίωνη διαφοροποιητικὴ πορεία, ποὺ στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰῶνα ἦταν πλέον μὴ ἀναστρέψιμη. Ἐπρόκειτο οὐσιαστικὰ γιὰ δύο κόσμους σὲ πλήρη ἀπόκλιση ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, τοὺς ὁποίους ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὄχι μόνο δὲν μπόρεσε νὰ ἑνοποιήση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἔκανε τὸ μεταξύ τους χάσμα ἀκόμη πιὸ ἀγεφύρωτο, γιατί ἁπλούστατα ἡ (ἀρχικῶς λατινικὰ ἁπλοϊκὴ καὶ ἀκολούθως καὶ γερμανικὰ ἐκβαρβαρισμένη) Δύση -σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ βαθειὰ μυστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἀνατολῆς- ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ φτάσει μακρύτερα ἀπὸ μία κοντόφθαλμη, ὀρθολογιστικὴ καὶ μέσῳ ἁπλοϊκῶν δικανικῶν προσεγγίσεων ἀπόπειρα κατανόησης καὶ ἑρμηνείας τοῦ Θείου. Ἡ θεμελιώδης αὐτὴ διαφοροποίηση, ποὺ τυγχάνει καὶ ἡ κύρια γενεσιουργὸς αἰτία ὅλων τῶν ἐπιμέρους δυτικῶν δογματικῶν παρεκκλίσεων (οἱ ὁποῖες φυσικὰ δὲν ἀφοροῦν μόνο στὸ filioque ἢ στὸ πρωτεῖο, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης πάρα πολλὲς καὶ οὐσιαστικές, παρὰ τὰ ὅσα οἱ οἰκουμενιστὲς διαπρυσίως διακηρύττουν), κατὰ κανένα τρόπο δὲν ἔχει ἔστω ἐξομαλυνθεῖ. Πολὺ περισσότερο φυσικὰ οὐδὲν σημεῖον ἐπαφῆς ὑφίσταται τόσο μὲ ὅλο ἐκεῖνο τὸ συνονθύλευμα ποὺ ἀπαρτίζουν τὰ ἀναρίθμητα καὶ θεολογικῶς ἔωλα προτεστάντικα παραμάγαζα, ὅσο καὶ μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Καὶ βέβαια ἡ ὑποβολιμαία βλακώδης «διαπίστωση» πὼς «ὅλοι στὸν ἴδιο Χριστὸ πιστεύουμε» (βλακώδης, γιατί ἁπλούστατα δ έ ν πιστεύουμε στὸν ἴδιο Χριστό), ἴσως νὰ εἶχε κάποιο νόημα σὲ περιπτώσεις ἰδεολογικοποίησης τῆς πίστης, σὰν κι αὐτὴν ποὺ ἀναφέρθηκε πρίν, ἢ θεώρησης τῆς ἔννοιας τῆς θέωσης ὡς ἀτομικῆς ὑπόθεσης τοῦ καθενὸς (ὁπότε θὰ μποροῦσε πράγματι νὰ ὑποτεθεῖ καὶ ἡ δυνητική της πραγμάτωση μέσα ἀπὸ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς δρόμους). Ἐπειδὴ ὅμως ἐδῶ στὴν πραγματικότητα οὔτε περὶ ἰδεολογίας πρόκειται, οὔτε περὶ πράξεως περιχαρακωμένης ἰδιωτείας, εἶναι προφανὲς ὅτι κάθε ὀργανωμένη ἀπόπειρα σύγχυσης καὶ συγκρητισμοῦ, μόνο ἐκ τοῦ πονηροῦ ἀρύεται. Ὑπ᾿ αὐτὸ τὸ πρίσμα, ἐννοεῖται ἀσφαλῶς ὅτι τὴν ἀκόμη εὐρύτερη διαθρησκειακὴ «διαπίστωση» ὅτι «ὅλοι στὸν ἴδιο… Θεὸ πιστεύουμε», ἀπαξιῶ ἐδῶ ἀκόμη καὶ νὰ τὴ σχολιάσω. Περαιτέρω μάλιστα, ὀφείλουμε ἀκόμη νὰ ξεκαθαρίσουμε ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ ὅρος «Διάλογος μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν» εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος καὶ μόνο κατὰ (ὁλωσδιόλου θλιβερὴ) οἰκονομία μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται. Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχουν Ἐκκλησίες, ἄρα πῶς νά… διαλεχθοῦν καὶ πῶς ἀκολούθως νὰ προσπαθήσουν καὶ νά… ἑνωθοῦν; Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁπλούστατα μία – ὅλα τὰ ἄλλα ἀποτελοῦν ἁπλῶς βάναυσες ἐκτροπὲς καὶ καρικατουρίστικες ἀλλοιώσεις. Καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐκτροπές, δὲν ἐπενεργεῖται ἐκεῖ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπολύτως τίποτε! Ἀπὸ τὸ Σχίσμα καὶ ἑξῆς οἱ Φραγκολατίνοι οὔτε ἁγίους βγάζουν, οὔτε ἱερωσύνη ἔχουν, οὔτε μυστήρια. Ὅσα γίνονται μέσα στοὺς ναοὺς τους ἔκτοτε πολὺ ἁπλὰ εἶναι ὅλα ἄκυρα. Πῶς λοιπὸν ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ ἐκτραποῦμε στὴ γνωστὴ ἀνοητολογία περὶ ἐπανενώσεως; Ἡ μόνη ἐπανένωση ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ δεχτοῦμε (καὶ μακάρι βέβαια νὰ γινόταν) εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν διαστρεβλωτῶν στὴν ἑνιαία Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ ἴδιοι παρεξέκλιναν. Τὸ νὰ ἐπανενωθοῦμε ὅμως μὲ τοὺς δικούς τους θεολογικοὺς δογματικοὺς ὅρους σημαίνει ὅτι αὐτομάτως ἐκτρεπόμαστε καὶ ἐμεῖς, τὴν ὥρα μάλιστα ποὺ ὁ ἐκτρωματικὸς (αὐτοφερόμενος ὡς) «Χριστιανισμὸς» τῆς Δύσης καταρρέει μέσα στὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ μεταφυσικά του ἀδιέξοδα καὶ τὴν ὥρα ποὺ πάμπολλοι Δυτικοευρωπαῖοι διανοητὲς μὲ ἀνησυχίες βαφτίζονται Ὀρθόδοξοι. Ἐνῷ συμβαίνουν λοιπὸν αὐτά, εἶναι δυνατὸν ἐμεῖς νὰ πετάξουμε στὰ σκουπίδια τὴ Φιλοκαλία, τοὺς Νηπτικοὺς καὶ τοὺς Ἡσυχαστές, καὶ νὰ γίνουμε ἄνευ ἀντιρρήσεων μέρος τοῦ διαθρησκειακοῦ χυλοῦ, τὸν ὁποῖο μᾶς ἑτοιμάζουν; Καὶ πολὺ περισσότερο βεβαίως μάλιστα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐδῶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ποιὸς θὰ παρασύρει ποιὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους του ἢ ποιὸς θὰ κερδίσει τίς… ἐντυπώσεις, δὲν πρόκειται οὔτε γιὰ πολιτικὸ παιχνίδι, οὔτε γιὰ θέμα προσωπικῶν ἐγωϊσμῶν, οὔτε γιὰ θέμα «ἐθνικισμῶν», ἐπειδὴ ἡ δική μας παράδοση εἶναι -τάχα- πιό… ὡραῖα. Δὲν εἶναι ζήτημα… γοητείας λοιπόν. Τὸ πρόβλημα ἐδῶ ὑψώνεται πλέον σὲ ἐπίπεδο καθαρὰ σωτηριολογικό. Ἐκτὸς Ἐκκλησίας, δίχως τὴ σύναξη γύρω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ δίχως μυστηριακὴ ζωή, δὲν ὑπάρχει Θέωση, ἄρα οὔτε καὶ σωτηρία. Μιλᾶμε γιὰ τὴν ἴδια τὴν ψυχή μας λοιπόν! Νὰ ποιό εἶναι συνεπῶς στὴν προκειμένη περίπτωση τὸ μέγα διακύβευμα… Ἂς βάλουμε πάντως στὸ σημεῖο αὐτὸ μία τελεία. Κάνουμε λόγο ἄλλωστε γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ γιὰ πολλὲς ὧρες καὶ πού ἦταν ἐξαρχῆς δεδομένο ὅτι μόνο ἀκροθιγῶς θὰ καταπιανόμασταν μαζί του. Ἂς σταματήσουμε λοιπὸν κάπου ἐδῶ. Ἀνακεφαλαιώνοντας μόνο, μποροῦμε μὲ δύο λόγια νὰ ποῦμε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῆς ὀρθόδοξης νεοελληνικῆς ταυτότητάς μας, γνωρίσαμε ἱστορικὰ μία μεγάλη βασικὴ μετάλλαξη κατὰ τοὺς τελευταίους δύο περίπου αἰῶνες καὶ πλέον εἴμαστε στὰ πρόθυρα καὶ μιᾶς δεύτερης. Τὴν πρώτη δὲν εἶμαι σίγουρος ἂν πρέπει πάντοτε νὰ τὴν ἀποδίδουμε σὲ κάποιο… ἔξωθεν καταχθόνιο σχέδιο, καθότι βεβαίως οἱ σιωνιστικὲς ἐπιβουλὲς ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι πράγματι μία πολὺ παλιὰ καὶ πολὺ σοβαρὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἦταν τεράστια καὶ ἡ δική μας εὐθύνη – καὶ δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς ποὺ στὸ παιχνίδι αὐτὸ τοῦ ἀποχριστιανισμοῦ καὶ τοῦ ἀφελληνισμοῦ τῆς σκέψης μας, τῆς Παιδείας μας καὶ τοῦ ὅλου τρόπου ζωῆς μας, ἀποδειχτήκαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πολύ… βασιλικότεροι τοῦ βασιλέως. Ἡ δεύτερη ὅμως ἐπὶ θύραις κείμενη μετάλλαξη εἶναι μία ἱστορία ποὺ κατευθύνεται καθαρὰ ἀπὸ ξένα κέντρα καὶ ἀπειλεῖ νὰ μᾶς μετατρέψει σὲ μία ἄμορφη μάζα μέσα σὲ ἕναν ἀπρόσωπο παγκόσμιο χυλό. Σὲ αὐτὴν τὴν ἀπόπειρα ὀφείλουμε φυσικὰ νὰ ἀντισταθοῦμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις. Εἶναι δύσκολο ἀσφαλῶς, γιατί ζοῦμε σὲ καιροὺς ἐξαιρετικὰ δυσχερεῖς καὶ βαθιὰ παρακμιακούς. Ἐπειδὴ ὡστόσο οἱ καιροὶ εἶναι τέτοιοι, αὐτὸ -ὅσο κι ἂν ἀκούγεται ὀξύμωρο- ἐμπεριέχει αὐτομάτως κι ἕναν… ἀέρα αἰσιοδοξίας. Κάποτε εἶχε πεῖ ὁ γέρων Παΐσιος ὅτι μία μέρα θὰ ἔρθει στὴν Ἑλλάδα μεγάλη κρίση καὶ πολλὴ πεῖνα καὶ τότε οἱ Ἕλληνες θὰ ξαναθυμηθοῦν τὸν Θεό. Χωρὶς νὰ θέλω (πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ τολμῶ) νὰ τὸν ἑρμηνεύσω, οἱ τρέχουσες ἐξελίξεις δείχνουν ὅτι ἴσως βρισκόμαστε στὰ πρόθυρα μίας παρόμοιας κατάστασης. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι βεβαίως μᾶλλον φανερὸ ὅτι ἔτσι ὅπως καταντήσαμε, μία ἀμνησιακή, ἀνόητη καὶ παρακμιακὴ κοινωνία, μᾶλλον μᾶς χρειάζεται μία μεγάλη δοκιμασία, ἕνα δυνατὸ σόκ, μήπως καὶ συνέρθουμε. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη οἰκονομική, κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ καταβαράθρωση, πρὸς τὴν ὁποία αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὁλοταχῶς ὁδεύουμε, ὅλο καὶ κάτι καλὸ μπορεῖ τελικὰ νὰ βγεῖ…

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ε.ΡΩ. ΤΕΥΧΟΣ 12