Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ

Ὡς μέσον ἀνάπλασης τῶν κοινωνικῶν σχέσεων

Ἡ υἱοθέτηση τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία, ὡς ρυθμιστικοῦ παράγοντα στίς κοινωνικές σχέσεις, ἴσως νά μήν ἦταν καθολική (καί ὁπωσδήποτε δέν ἦταν). Υἱοθετήθηκαν ὅμως βασικές ἀρχές πού ἔχουν σχέση μέ τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ὑπεύθυνης προσωπικότητας καί ὄχι ὡς res, γεγονός πού ἦταν ἀρκετό γιά νά δώσει καί στή νομοθεσία νόημα ἀνθρωπιστικό, τήν ἰδέα τοῦ δικαίου.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναζητοῦν αὐτή τήν ἰδέα μέσα ἀπό τά διδάγματα τῆς χριστιανικῆς πραγματικότητας. Μέσα ἀπό τά διδάγματα τοῦ Θεανθρώπου καί τῶν Ἀποστόλων Του. Τό φιλάνθρωπο ἦθος τους καί ἡ ἠθική τους σοφία, ἐμπλουτισμένα ἀπό τό χριστιανικό ἰδεῶδες τῆς ἀγάπης, ἦταν γονιμοποιείς δυνάμεις γιά κάθε ἀνθρώπινη δράση, ἑπομένως καί ἐκείνης πού σχετίζεται μέ τό δίκαιο.

Μέσα ἀπό τό πνεῦμα ἐπικοινωνίας τοῦ Ἑλληνορωμαϊκοῦ Δικαίου καί τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅλες σχεδόν οἱ νεώτερες νομοθεσίες τῶν εὐρωπαϊκῶν  κρατῶν, ἀνήγαγαν  σέ  ὑποχρεωτικό  κανόνα  δικαίου  βασικές ἠθικές ἀρχές πού, μέ τήν ὀνομασία «χρηστά ἤθη», διέπουν τίς συναλλακτικές σχέσεις τῶν προσώπων, μέ τήν ἔννοια, ὅτι, ἄν ἡ δικαιοπραξία πού καταρτίζουν ἀντιβαίνει σέ αὐτά εἶναι ἄκυρη.

Εἰδικότερα, ἐπιτάσσεται ὁ δικαστής ἀπό τόν νόμο νά κηρύξει ἄκυρη μία συναλλακτική σχέση, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρός τά χρηστά ἤθη καί ἰδίως, ὅταν δεσμεύεται ὑπέρμετρα ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἤ ὅταν κάποιος ἐκμεταλλεύεται τήν ἀνάγκη, τήν κουφότητα ἤ τήν ἀπειρία τοῦ ἄλλου καί πετυχαίνει ἔτσι νά συνομολογήσει ἤ νά ἀπαιτήσει γιά τόν ἑαυτό του ἤ τρίτον γιά κάποια παροχή περιουσιακά ὠφελήματα, πού, κατά τίς περιστάσεις, βρίσκονται σέ προφανῆ δυσαναλογία πρός τήν ἀντιπαροχή.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ θέση τοῦ Γάλλου φιλοσόφου Geory Riperte, ὁ ὁποῖος γιά ἀνάλογα θέματα τοῦ Γαλλικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα, ἀπευθυνόμενος στούς Γάλλους δικαστές γράφει στό βιβλίο του «La Regie Morale dans les obligations civiles», σελ. 29:  «Ὁ δικαστής πού θά κρίνει περίπτωση ἀντίθεσης πρός τά χρηστά ἤθη, δέν πρέπει νά λησμονεῖ ὅτι τό δίκαιο διέπει μίαν ἀνθρώπινη κοινωνία βασιζόμενη στή χριστιανική ἠθική». Μέσα ἀπό τίς ἴδιες ἀρχές καί τό κεκτημένο ἀκόμη δικαίωμα, ἐκεῖνο πού ἀναγνωρίζεται καί στηρίζεται στόν νόμο, δέν μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ, ὅταν ἡ ἄσκησή του ὑπερβαίνει προφανῶς τά ὅρια πού ἐπιβάλλουν ἡ καλή πίστη ἤ τά χρηστά ἤθη ἤ ὁ κοινωνικός ἤ ὁ οἰκονομικός του σκοπός.

Ὅμως,  τό ζήτημα τίθεται, καί  ἀπό ἕνα  ἄλλο πρίσμα: Ἐκεῖνο τοῦ παρόντος, τοῦ  σήμερα. Σέ ἕναν κόσμο πού κανείς δεν  ἀμφισβητεῖ ὅτι δοκιμάζεται  ἀπό ἠθική, τουλάχιστον, κρίση, ποιές  μπορεῖ νά εἶναι οἱ δυνατότητες ἀντιμετώπισης αὐτῆς τῆς κρίσης καί ἀκόμη ποιοί εἶναι οἱ εἰδικότεροι τομεῖς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς πού σήμερα ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἰδιαίτερη προσφορά, ὥστε νά ἀναπλαστεῖ πρός τό καλύτερο ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου; Ποῦ ἑστιάζεται ἡ κρίση τῆς ἐποχῆς καί πῶς μπορεῖ νά ἀντιμετωπιστεῖ; Μέ πιό ἁπλά λόγια:  Στόν ἐπιστημονικό – τεχνικό τομέα χειμάζεται σήμερα ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων, ὥστε τά αἴτια «διαταραχῆς της» νά ἀναζητηθοῦν στίς ὅποιες ἀτέλειες ἤ ἐλλείψεις τῆς ἐπιστήμης καί τῶν φιλοσοφικῶν, ἤ μήπως δοκιμάζεται σέ τομεῖς πού, ἀνεξάρτητα ἀπό θεωρητικά φιλοσοφικά σχήματα, ἔχουν σχέση μέ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἠθικῆς καί κοινωνικῆς ὀντότητας;

Ἡ ἀνθρωπότητα  ἔφθασε σέ ἐπιτεύγματα, πού ἄλλαξαν  ριζικά τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί ὁπωσδήποτε βελτίωσαν τίς συνθῆκες διαβίωσής του, στά περισσότερα τουλάχιστον διαμερίσματα τοῦ πλανήτη καί ἐλπίζουμε ὅτι σύντομα θά καρπωθοῦν τήν πρόοδο αὐτή καί οἱ ὑπόλοιποι συγκάτοικοί μας, ἀφοῦ ἴσα φυσικά δικαιώματα γιά εὐζωία ἔχουν καί ἐκεῖνοι. Ὁδήγησαν ὅμως μόνα τά ἐπιτεύγματα αὐτά τόν ἄνθρωπο καί σέ ἐπίπεδο ψυχικῆς – ἠθικῆς εὐημερίας ἤ μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ ὅτι δέν ἐνδιαφέρουν οἱ καταστάσεις αὐτές στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ἀρκετή ἡ ὅποια ὑλική εὐημερία, μέ ὅποιο τρόπο καί μέ ὅποιο κόστος ἐπιτυγχάνεται;

Ἀξίες καί ἀντιλήψεις, πού ἀποτέλεσαν  το  θεμέλιο γιά κάθε ἀτομική, οἰκογενειακή καί κοινωνική πρόοδο παραγκωνίζονται ἤ καί περιφρονοῦνται, χαρακτηριζόμενες «ἀναχρονιστικές», «συντηρητικές» καί ἀναζητοῦνται ὑποκατάστατές τους, βαπτιζόμενες «προοδευτικές», μέσα ἀπό τίς ὁποῖες ἐπιδιώκονται νέοι τρόποι ζωῆς, πού ὡς πρότυπο ἔχουν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος «ἀμέτρως ἀπολαμβάνει κάθε τι τό ὑλικό καί ποθητό στίς αἰσθήσεις του». Δέν χρειάζεται νά ἀνατρέξει κανείς σέ εἰδικές μελέτες γιά νά τό διαπιστώσει. Τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐμπειρία, ὅπως αὐτή ἔχει διαμορφωθεῖ μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Τό μαρτυρεῖ ἡ ἴδια ἡ ζωή.

Καί  τό  συνακόλουθο ἐρώτημα,  σέ  σχέση  μέ  τό  θέμα μας,  εἶναι:  ὁ  νόμος,  τό δίκαιο  – ὅπως  ἔχει  ἐπικρατήσει  νά  λέγεται – μπορεῖ  να  διαδραματίσει,  στόν  τομέα  αὐτό, ἀποφασιστικό  ρόλο, ἀποκαθιστώντας  μία  ἠθική  εὐρυθμία  στή  συμπεριφορά καί  στίς σχέσεις  τῶν  ἀνθρώπων;  Ἡ ἐπιφύλαξη  γιά  μία  ὀρθή ἀπάντηση σέ ἕνα τόσο σημαντικό ἐρώτημα εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἡ κρίση ἀρχίζει ἀπό ἐκεῖ πού δέν φθάνουν τά χέρια τοῦ νόμου. Ἀρχίζει ἀπό τήν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἠθική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἰδιότητες πού ἐμφωλεύουν στήν ἐσωτερική του ὑποδομή, ἐκεῖ ὅπου δέν μπορεῖ νά τίς ψαύσει ὁ νόμος, γιατί δέν ἔχει φυσικές προσβάσεις.

Ἄλλες εἶναι οἱ δυνάμεις πού ἔχουν τό προνόμιο νά κρούουν τίς θύρες  γιά νά εἰσέλθουν στόν νυμφώνα τους. Εἶναι ἡ ἠθική ἀγωγή, ἡ ἠθική διαπαιδαγώγηση τῶν νέων, κυρίως, ἀνθρώπων, ὁ αὐτοέλεγχός τους.

Ἔργο  δύσκολο, πεδίο  δύσβατο, κυρίως, ὅταν τό ἔδαφος εἶναι  διαβρωμένο ἀπό  τίς  σειρῆνες τοῦ  ἀτομικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, πού πρόφθασαν νά τό οἰκειοποιηθοῦν, χωρίς πολλή προσπάθεια καί κόπο, γιατί, στή φύση τους κρύβεται ἡ  ὑπόσχεση «παντός τοῦ  ἀρεστοῦ», ὥστε νά γίνονται ἀμέσως ἀποδεκτές. Τίς ἀφήνει ἀδιάφορες ἄν στόν κορεσμό τους ἐνυπάρχει  ὡς ἀποτέλεσμα καί ἡ ἀπογοήτευση. Ἔτσι, ἡ προσπάθεια γιά ἀρετή ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσει μύριους ὅσους ἀντιπερισπασμούς, «ταμπού» εὐδαιμονισμοῦ, ὡς κυρίαρχες «καθεστωτικές  τάξεις», με  ἀποτέλεσμα ὁ  δρόμος νά γίνεται  ἀκόμα πιό τραχύς, κάτι ὅμως πού  δέν  εἶναι ἄγνωστο γιά κάθε προσπάθεια πού στόχος  της  εἶναι  ἡ  ἀρετή.

Αὐτή  ἡ προσπάθεια γιά τήν ἀρετή θέλει, στήν πρακτική της διάσταση, νά πείσει τόν νέο κυρίως ἄνθρωπο, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο ὅτι ἡ ἀποχαλίνωση τῶν παθῶν, ἡ ἄμετρη ἀπόλαυση τῶν «ὑλικῶν» τῆς ζωῆς δέν ὁδηγεῖ μέ βεβαιότητα στήν εὐζωία. Πίσω ἀπό αὐτήν κρύβεται καί πόνος καί ἀπογοήτευση. Θέλει προσπάθεια  νά συνειδητοποιήσει ὁ νέος καί κάθε ἄνθρωπος, ὅτι ἡ ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ὅπως αὐτή ἀναδύεται μέσα ἀπό τή χριστιανική διδασκαλία, ὡς ἐπιλογή τοῦ πρέποντος καί τό ΜΕΤΡΟ, ὅπως αὐτό ἐπισημάνθηκε ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική διανόηση, ἀποτελοῦν τούς ἀσφαλεῖς ὁδηγούς τῆς σωστῆς διαβίωσης. Εἶναι βασικοί ἐξισορροπιστικοί παράγοντες τῶν ἀναγκῶν καί τάσεων τοῦ ἀνθρώπου, πού πραγματικά θέλει νά μείνει ἄνθρωπος. Διάκριση καί μέτρο στίς ἐπιθυμίες, διάκριση καί μέτρο στίς ἐπιδιώξεις, διάκριση καί μέτρο στόν λόγο ὁριοθετοῦν τή ζωή μέσα στά φυσικά της πλαίσια. Εἶναι γνωστό – τουλάχιστον κατανοητό – πού ὁδηγεῖ τό ἀντίθετο. Ἄς ἀναζητήσει ἤ ἄς ἀναλογισθεῖ κανείς τά ἀποτελέσματα  τῆς ἀδιακρισίας καί τῆς ἀμετρίας, γιά νά ἐκτιμήσει τά εὐεργετικά ἀποτελέσματα τῆς Διάκρισης καί τοῦ Μέτρου. Ἡ ἴδια ζωή εἶναι ἐκείνη πού δοκιμάζει μέσα ἀπό τό ἄσβεστο καμίνι της καί τόν ἕνα καί τόν ἄλλο τρόπο ζωῆς, γιά νά καταδείξει ποιός ἀπό τούς δύο ἀντέχει στή δοκιμασία τῆς πυρᾶς της. Ποιός εἶναι σύμφωνος μέ τή λογική καί ἠθική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου.

Καί ὅταν γίνεται λόγος γιά  Διάκριση καί  Μέτρο, πρόκειται κυρίως γιά ἀναφορά  σέ ἐσωτερικές ἐπιλογές τοῦ ἀνθρώπου, πού ἀποσκοποῦν, κατά κύριο λογο, στήν αὐτοπροστασία του, στήν ἠθική  του ολοκλήρωση. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη ὄψη. Ἡ ἐξωτερική ὄψη, ἐκείνη πού ἀναφέρεται στίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπό του, μέ τόν κοινωνικό του περίγυρο. Ἐδῶ ἀσφαλῶς ὁ νόμος ἔχει πεδίο δράσης καί δρᾶ μέ τά δικά του κριτήρια καί μέτρα. Ἀπευθύνεται ὅμως στόν ἄνθρωπο – ἀποδέκτη του, χωρίς νά πολυνοιάζεται γιά τή συγκατάθεσή του. Τήν ἐπιβάλλει μόνος του. Ἡ ἠθική ὅμως δέν ἔχει τέτοια δύναμη. Ἀγωνιᾶ, πασχίζει νά βρεῖ συγκατάθεση, ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀποδέκτη της, νά γίνει φίλος του, νά γίνει συνείδησή του ὅτι ἡ παρουσία της δέν εἶναι φορτίο ἐπιβολῆς ἀλλά ἀγαθό ἐλεύθερης προσωπικῆς ἐπιλογῆς. Ὅτι εἶναι ἀρετή. Πῶς ὅμως θά ἐξασφαλίσει αὐτή τή συγκατάθεση; Ὑπάρχει πρόσθετη δύναμη, πού μπορεῖ νά βοηθήσει τό συγκεκριμένο ἄτομο σέ αὐτή τήν ἀποδοχή καί νά καταστήσει τό ἔργο τῆς ἠθικῆς διαπαιδαγώγησης πιό εὔκολο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι:  Ναί, ὑπάρχει τέτοια γονιμοποιός δύναμη, πού μπορεῖ νά διαδραματίσει ρυθμιστικό ρόλο, ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο πού διαδραματίζει ὁ νόμος. Καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι πιό ἰσχυρή ἀπό τόν νόμο καί ἄς μήν ἔχει νομοθετικό κύρος καί μέσα ἀναγκαστικῆς ἐπιβολῆς. Εἶναι πηγαία· εἶναι αὐτόβουλη ἡ παρουσία της. Ἐπιτελεῖ ἐκείνη ὅσα ὁ νόμος ἐπιτάσσει, ἀλλά μέ ἄλλο τρόπο· μέ τόν δικό της τρόπο, μέ τό αὐτεξούσιο τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ΑΓΑΠΗ. Ἀπό ἔλλειψη αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ πάσχει ὁ σημερινός ἄνθρωπος τῆς προόδου καί τῆς εὐημερίας.

Οἱ  σημερινές  κοινωνίες  ἔχουν  ὑπερκορεστεῖ ἀπό  τίς  κάθε λογῆς  νομοθετικές  παρεμβάσεις. Ἡ  νομοθετική μηχανή ἔχει  τη  δυνατότητα νά παράγει  ὅσα  καί  ὅποια, κατ’ ἀρχήν, νομοθετήματα αὐτή θέλει καί  ἄλλες  ἐξουσίες ἔχουν τή δυνατότητα νά ἐπιβάλουν τήν ἐφαρμογή τους. Ἀπεναντίας, ὁ σημερινός ἄνθρωπος νιώθει ἔντονα τήν ἔλλειψη ἐκείνου τοῦ νομοθετήματος πού μόνο αὐτός ὁ ἴδιος μπορεῖ νά δώσει αὐτόβουλα, χωρίς ἔξωθεν ἐπιταγή· τοῦ νομοθετήματος τῆς ἀγάπης του. Τῆς ἀγάπης, ὅπως αὐτή ἀναβλύζει καί ὑλοποιεῖται μέσα ἀπό τόν ἐλεύθερο ἑαυτό του. Τῆς ἀγάπης, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται μέσα ἀπό τίς παραινέσεις τοῦ ἴδιου τοῦ Θεανθρώπου, ὄχι μέ κάποιο ὑπερφυσικό καταναγκασμό ἀλλά ὡς ἀγαθό δικῆς τους προαίρεσης.

Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, χωρίς  περιορισμούς, χωρίς ὅρια, χωρίς προϋποθέσεις,  χωρίς  διακρίσεις,  ἀκόμη  και  τους  ἐχθρούς  σας. «Μηδέν μηδενί  ὀφείλετε, εἰμή  το  ἀγαπᾶν ἀλλήλους, ὁ γάρ ἀγαπῶν  τον  ἕτερον νόμον πεπλήρωκεν». Την  ἀγάπη,  ὅπως αὐτή ἐξειδικεύεται καί σαλπίζεται  στίς  ψυχές τῶν  ἀνθρώπων  ἀπό  τον  Ἀπόστολο  τῶν  Ἐθνῶν.

«Ἐάν  ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί  τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δέ μή ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ  κύμβαλον ἀλαλάζον καί  ἐάν ἔχω προφητείαν καί εἰδῶ τά μυστήρια πάντα καί   πᾶσαν  τήν  γνῶσιν, καί ἐάν ἔχω πᾶσαν τήν  πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστανειν, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν εἰμί καί ἐάν ψωμίσω πάντα τά ὑπάρχοντά μου, καί ἐάν παραδῶ τό σῶμα μου, ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περιπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ ἀληθείᾳ, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ὑπομένει, ἡ ἀγάπη ἐκπίπτει, εἴτε δέ προφητεῖαι, καταργηθήσονται εἴτε γλῶσσαι, παύσονται εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται».

Ἀγάπη, ὅπως τήν ἐξειδικεύει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος:  «Ἀς  μήν  ἀγαπᾶμε μέ λόγια  και  ὡραῖες ἐκφράσεις, ἀλλά μέ ἔργα, μέ ἀγάπη ἀληθινή».

Ἀγάπη, πηγή ὅλων τῶν αρετῶν. Πλοῦτος ἀνέκφραστος. Ἠθική  θωράκιση ἀπό τούς παντοειδεῖς  κεκράκτες τοῦ ΕΓΩ. Ἀγάπη, ἀνάπλαση τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων – γιατί ὄχι καί τοῦ νόμου. Γονιμοποιός δύναμη, γιά κάθε κοινωνική δράση. Ἀγάπη ἡ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΡΙΑ. Ναί, καί μέ αὐτό τό γνώρισμα ἐκφράζεται ἡ ἀπροσδιόριστη διάστασή της. Ἡ μεγάλη εὐεργεσία της. Ἡ ἐμβέλειά της δέν περιορίζεται μόνο στόν ἐξωτερικό κόσμο, ὅπως ἐκείνη τοῦ νόμου. Ἡ οὐσία της δρᾶ καταλυτικά καί στόν ἐξωτερικό κόσμο, γιά νά ἐξουδετερώσει κάθε σκλαβιά στόν κόσμο αὐτόν τοῦ ἀνθρώπου. Τή σκλαβιά τοῦ μίσους καί τῶν ἄλλων συγγενικῶν καί παράγωγων παθῶν του. Τούς μεγάλους αὐτούς δυνάστες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Εἶναι ἐλεύθερος ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἡ πιό ζωντανή, ἡ πιό αἰσθητή ἐλευθερία πού νιώθει, γιατί εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση τοῦ εὐγενέστερου «ἐγώ του». Εἶναι ὁ ἴδιος νικητής τοῦ ἀντίπαλου δέους. Εἶναι ἔπαθλο δέους. Εἶναι ἔπαθλο πού κανείς ἀντίπαλος δέν μπορεῖ νά τοῦ τό ἀφαιρέσει. Κανείς νομοθέτης νά τοῦ τό ἀπαλλοτριώσει. Χαρά στόν νομοθέτη πού ἔργο του θά ἔχει νά νομοθετήσει γιά μία κοινωνία τῆς ὁποίας τά μέλη ἔχουν ἀναγάγει σέ ὕψιστο ἀγαθό τόν νόμο τῆς ἀγάπης. Οἱ ρυθμίσεις πού θά χρειαστεῖ νά  κάνει θά εἶναι ἁπλές, ἤπιες, προστατευτικές μόνο τοῦ κλίματος πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης.

Μία νέα ἐποχή προβάλλει σήμερα, ἡ ὁποία  περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη πάσχει ἀπό  την  ἔλλειψη  αὐτοῦ  τοῦ  ἀγαθοῦ. Ἔχει τή χρεία της ὅσο ἐλάχιστες προηγούμενες. Εἶχε καί ἡ ἐποχή τοῦ Παύλου, ὅταν σάλπιζε τό χριστιανικό μήνυμα τῆς ἀγάπης στούς λαούς της, τίς ἰδιαιτερότητές της. Ἔπρεπε νά νικηθοῦν συνήθειες καί προκαταλήψεις ριζωμένες μέσα στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων. Ἦταν ὅμως τότε ἡ ψυχή πιό ἁπαλός, πιό εὐεπίφορος δέκτης τοῦ μηνύματος. Τό ἴδιο μήνυμα, πού εἶναι διαχρονικό, οἰκουμενικό, πάντοτε νέο, πάντοτε ἐπίκαιρο, ἀντιμετωπίζει σήμερα μία πιό ἀντίξοη πραγματικότητα.

Εἶναι ὁ  δύσκαμπτος, ὁ  εγωπαθής, ὁ  ἀτομιστής  ἄνθρωπος, ὁ κλεισμένος στόν ἑαυτό  του, ὁ  ἀδιάφορος. Τό  ἄγριο δενδρύλλιο ἐμβολιάζεται  πιό   εὔκολα,  πιό   φυσικά. Το   «ἐξελιγμένο»   πιο  δύσκολα.

Σημαίνει  ὅμως ἡ  διαπίστωση αὐτή ἀπαισιοδοξία, ἤ διαφορετικά, προτροπή στήν ἀδράνεια; ΟΧΙ. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει μέσα στό εἶναι  του, μέσα στή συνείδησή του ἔμφυτο τό σπόρο τῆς ἀγάπης. Ἄλλοι τόν καλλιεργοῦν, ἄλλοι ὄχι. Καί ἐδῶ ἀνακύπτει τό μεγάλο χρέος ἐκείνων πού ἔχουν τό προνόμιο, τό χάρισμα τοῦ καλλιεργητῆ τοῦ δικοῦ τους σπόρου ἀγάπης. Ἄς βοηθήσουν τόν ἄλλον. Ναί, νά τόν βοηθήσουν· δέν εἶναι ὑπερβολή, δέν εἶναι οὐτοπία, χρειάζεται βοήθεια. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἀδύνατος, ὁ ἀσθενής, ὁ πτωχός, ἔτσι καί αὐτός ἔχει ἀνάγκη ἀπό τή βοήθεια τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ ἡ ἔλλειψή της εἶναι μία μορφή ἀδυναμίας, εἶναι ἀσθένεια, εἶναι πενία τῆς ψυχῆς. Μέ τόν δικό του τρόπο καί ἀπό τό δικό του μετερίζι ὁ καθένας, ἄς συστρατευθεῖ στόν ἀγώνα αὐτό τῆς ἀρετῆς.

Τραχύς, δύσβατος ὁ δρόμος, ὄχι  ὅμως πάντοτε  ἀδιάβαστος. Ἄς γίνει σύνθημα, ἄς γίνει  μέλημα καθημερινό ἡ εξάπλωση ἡ διάδοση τῆς ἀγάπης. Ἄς γίνει συνήθεια καθημερινῆς ἐπικοινωνίας, ὅπως ἐκείνη τῆς «καλημέρας», τοῦ «πῶς εἶσθε», τοῦ «ὑγιαίνετε». Ἄς καταλάβει τή θέση τοῦ ποθούμενου ἀγαθοῦ ἡ ἀγάπη. Στό κάτω – κάτω, τό ἐνδιαφέρον γιά τήν ὑγεία τοῦ ἄλλου εἶναι μία εὐχή χωρίς ἀντίκρυσμα, ἀναφορά χωρίς οὐσιαστικό ἀποτέλεσμα. Ἀπεναντίας, ἡ προτροπή γιά ἀγάπη, μπορεῖ, ποιός ξέρει, νά γίνει κέντρισμα, παρακίνηση ἀγαθοποιοῦ προβληματισμοῦ, ἐνάρετης συμπεριφορᾶς.

Ναί, εἶναι  βέβαιο ὅτι  θά βρεθοῦν  καί  μεμψίμοιροι, οἱ σκωπτικοί. Ἀπό πουθενά  δέν λείπουν· πάντοτε θά ὑπάρχουν. Ἄς τούς ἀγαπήσουμε καί αὐτούς. Ἴσως κάποτε ἀντιληφθοῦν ὅτι ἡ ὑλική πρόοδος, ἀναγκαία καί ἀρεστή σέ ὅλους μας, δέν εἶναι βιώσιμη χωρίς ἠθική πρόοδο, χωρίς ἀγάπη. Καί ἄν κάποιοι ἀπό ἐμᾶς, πού ἀπολαμβάνουμε τά ἀγαθά τῆς ὑλικῆς προόδου, ἀρνούμαστε αὐτή τήν ἀλήθεια – γιατί ἔχουμε ἐθιστεῖ μόνον νά ἀπολαμβάνουμε – τή διακηρύσσουν οἱ ἀληθινοί πρωτεργάτες αὐτῆς τῆς προόδου. Οἱ ἀφανεῖς ἥρωες τοῦ ἐφευρετικοῦ πνεύματος, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας της.

Αὐτοί πού  μόχθησαν καί  πόνεσαν  γιά  ὅ,τι ἐμεῖς  μόνο ἀπολαμβάνουμε  καί  καυχόμαστε, χωρίς  νά ἔχουμε συμβάλλει οὔτε κατά ἕνα κόκκο σ’ αὐτή τήν ὑλική πανδαισία. Διακηρύσσουν οἱ ἀληθινοί δημιουργοί τῆς ὑλικῆς προόδου ἐκεῖνο πού ὁ Πλάτων εἶπε γιά τήν ἐπιστήμη, σέ σχέση μέ τή δικαιοσύνη: «Πανουργία», εἶπε, «εἶναι ἡ πρώτη χωρίς τή δεύτερη», Πανουργία εἶναι, διακηρύσσουν καί οἱ πρωτεργάτες τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης, ἡ ὑλική πρόοδος χωρίς ἠθική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου..

Ἡ  ἔλλειψη  αὐτῆς  τῆς  ἠθικῆς  ὑπόστασης  γεννᾶ  το  ἀνθρώπινο  μίσος,  γιά  τό ὁποῖο ὁ Ρῶσος ἐπίσκοπος τοῦ  Βορονέζ, Τύχων (1724 – 1783, ἡ  Ρωσική Ἐκκλησία τόν ἔχει ἀνακηρύξει ἅγιο), στό βιβλίο του:  «Πορεία πρός τόν Οὐρανό» (Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου), γράφει, σέ σχέση μέ τήν ἀγάπη:

«Ὅσο  κακοί καί φαρμακεροί εἶναι οἱ καρποί τοῦ μίσους, τόσο ἀγαθοί καί  γλυκοί εἴναι οἱ καρποί τῆς ἀγάπης.Τό  μίσος δεσμεύει καί στενεύει τήν καρδιά ἡ ἀγάπη τήν ἐλευθερώνει καί την πλαταίνει. Τό  μίσος θλίβει, ἠ ἀγάπη παρηγορεῖ, εὐφραίνει καί χαροποιεῖ. Τό  μίσος εἶναι σκληρό καί θηριῶδες, ἡ  ἀγάπη  ἁπαλή  καί  ἤμερη. Τό  μίσος  εἶναι  ἀλαζονικό,  ἡ  ἀγάπη  ταπεινή. Τό  μίσος  ἄσπλαχνο, ἡ ἀγάπη σπλαχνική. Τό  μίσος  ἀνυπόμονο, ἡ ἀγάπη  ὑπομονετική. Τό  μίσος  κακοποιεῖ,  ἡ  ἀγάπη  ἀγαθοποιεῖ. Ὅποιος  ζεῖ στό μίσος, εἶναι φτωχός καί  δυστυχής, ὅποιος ζεῖ στήν ἀγάπη εἶναι μακάριος κι εὐλογημένος. Γιά ὅποιον ζεῖ στό μίσος, θλίβονται καί  οἱ ἄνθρωποι καί ὁ Θεός γιά ὅποιον βρίσκεται στήν ἀγάπη, καί ὁ Θεός καί οἱ ἄνθρωποι χαίρονται. Τό  μίσος εἶναι σπορά διαβολική,  ἡ ἀγάπη εἶναι σπορά Θεϊκή. Χωρίς τήν ἀγάπη ὅλα εἶναι ἄσχημα και  ἀποτυχημένα. Κοντά  της  ὅλα  ὄμορφα και  εὐλογημένα.  Συμφορά  στόν κόσμο εἶναι τό μίσος, πόσες συμφορές, δυστυχίες καί ἄλλα κακά δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο, πού ἔχουν σάν αἰτία τό πάθος αὐτό».

Καί  ἄν  δέν  βροῦμε  τήν  ὡριμότητα  νά συνειδητοποιήσουμε  τόν  ρόλο  τῆς  ἀγάπης  ὡς  το  χρυσό  κρίκο  τῆς  κοινωνικῆς  μας ζωῆς, τότε  δεν  μένει  τίποτε  ἄλλο παρά  μία  Ἔκκληση, μία Προσευχή: «Ἀπόστολε τῶν  Ἐθνῶν, ἔλα  πάλι στόν Κόσμο μας καί σάλπισε πιό δυνατά, πιό θερμά  στή συνείδηση τῶν  ἀνθρώπων  τό μήνυμα τοῦ  Χριστοῦ, τό μήνυμα τῆς  ἀγάπης. Ἴσως  αὐτή  τή  φορά να  μήν βοήσεις εἰς ὦτα μή ἀκουόντων». Ἄν συμβεῖ τό ἀντίθετο, τουλάχιστον τώρα δέν θά σέ θανατώσουμε  ἔχουμε  καταργήσει  την  ποινή  τοῦ  θανάτου!

Ἴσως   τοῦτο  το  σάλπισμα, μᾶς  βγάλει  ἀπό  τό  λήθαργό μας.  Ἴσως     βροῦμε  τον  δρόμο  τῆς   ἀληθινῆς  ζωῆς, τόν  δρόμο  τοῦ  ἀληθινοῦ  πολιτισμοῦ, γιατί  χωρίς  ἀγάπη  κάθε πολιτισμός  δεν  εἶναι  ἀληθινός. Εἶναι  οἰκοδόμημα  χωρίς  θεμέλιο.

Καί ὡς ἀνακεφαλαίωση ὅλων, ἄς μνημονευθοῦν οἱ ὡραῖοι στίχοι, γιά τήν ἀγάπη, τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ:

Ἀγάπες  μεγαλόδωρες, περίσσια

κάτου ἀπ’ τή σκέπη τή δική σας ἴσια

ζοῦσαν  μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί,

κ’  ἔδενε τούς ἀνθρώπους μία ψυχή!

Ἀγάπες, ὤ! φανῆτε πάλι ἐμπρός μου,

αὐγές τῆς πίστης, χρυσαυγές τοῦ κόσμου,

κί  ἄς βλέπη μέ τό μάγο σας τό φῶς

ὁ ἄνθρωπος τόν ἄνθρωπο, ἀδελφό.

Ἀγάπες, κι ἐδῶ μέσα πού σᾶς βρίσκω,

Παρακαλῶ  σας! Κάμετέ τη δίσκο

τή  λύρα μου γιά κάθε δυστυχῆ

καί κάμετέ τη τοῦ κόσμου τήν ψυχή.

Κάθε ἄνθρωπος νά λέη πώς ἐδῶ κάτου

τά  βάσανα τά ξένα εἶναι δικά του,

νά  μή ξεχνάει πώς εῖναι στή ζωή

μόνο  γιά νά ἀγαπᾶ καί νά ἐλεῆ.

 

ΑΝΔΡΕΑ  Ν. ΚΑΤΡΑΚΗ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ  Ε.Τ.