«ΚΛΕΙΣΤΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

«Κλεῖστε βαθειὰ στὴν καρδιὰ σας τὴν Ἑλλάδα»

Συνέντευξη τοῦ Μίκη Θεοδωράκη

στὸν Νίκο Νικόλιζα

(Περιοδικὸ «Ἐπίκαιρα», τεῦχος 2ο,

30/10/2009 – 5/11/2009)

 

Κύ­ρι­ε Θε­ο­δω­ρά­κη, εἶ­στε πλέ­ον ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ ἡ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει «μι­λή­σει» γιὰ ἐ­σᾶς. Νοι­ώ­θε­τε δι­και­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες, γιὰ ὅ­σα ἔ­χε­τε προ­σφέ­ρει στὴ Μου­σι­κή, στοὺς ἀ­γῶ­νες γιὰ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α μας, στὴν πο­λι­τι­κή;

Μ.Θ. Τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά μου εἶ­ναι ἀ­νά­μει­κτα. Μι­λά­ω πάν­τα σὲ προ­σω­πι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Νοι­ώ­θω ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, ὅ­μως ταυ­τό­χρο­να καὶ μί­α με­γά­λη πί­κρα, για­τί οἱ προ­σπά­θει­ες τῆς γε­νιᾶς μου ἔ­μει­ναν τε­λι­κὰ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τες. Ἡ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι ὁ Λα­ὸς μας ἄλ­λα­ξε, ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α με­γά­λη τρα­γω­δί­α. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ οἱ ἴ­διοι. Οἱ ἀ­ρε­τὲς ποὺ μᾶς ἔ­δι­ναν κά­πο­τε φτε­ρά, δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη δι­α­φθο­ρὰ –ψυ­χι­κή, ἠ­θι­κή, μορ­φω­τι­κή– μᾶς ἔ­χει δι­α­βρώ­σει στὴν πιὸ κρί­σι­μη στιγ­μὴ τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Τὸ ἄ­με­σο μέλ­λον μὲ τρο­μά­ζει.

 

Θὰ θέ­λα­τε νὰ εἴ­χα­τε κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρα  πι­στεύ­ε­τε πώς οἱ ­γῶ­νες σας κά­λυ­ψαν τὸμε­γα­λύ­τε­ρο φά­σμα αὐ­τῶν πού μπο­ρού­σα­τε νὰ κά­νε­τε;

Μ.Θ. Κα­νέ­νας Λα­ὸς δὲν ἀ­γω­νί­στη­κε τό­σο σκλη­ρὰ ὅ­σο ὁ δι­κός μας. Τὰ ἔ­δω­σε ὅ­λα γιὰ τὴν Πα­τρί­δα, εἰ­δι­κὰ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Ἐ­θνι­κῆς μας Ἀν­τί­στα­σης. Τί εἰ­σέ­πρα­ξε τε­λι­κά; Προ­δο­σί­ες… ποὺ μᾶς ὁ­δή­γη­σαν σὲ Ἐμ­φύ­λιους καὶ Δι­κτα­το­ρί­ες… Ἦ­ταν φυ­σι­κὸ λοι­πὸν κά­πο­τε νὰ κου­ρα­στεῖ, νὰ σι­χα­θεῖ καὶ νὰ σπά­σει. Ὅ­μως, ὄ­χι σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ νὰ ἀρ­νη­θεῖ τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό του. Τὴν ἱ­στο­ρί­α του, τὶς πα­ρα­δό­σεις του, τὶς ἀ­ξί­ες του καὶ νὰ φτά­σει στὸ ση­μεῖ­ο νὰ μὴν εἶ­ναι πιὰ ὁ ἴ­διος. Εἶ­ναι τρο­με­ρό.

 

Σπα­νί­ως πλέ­ον κά­νε­τε πα­ρεμ­βά­σεις. Ὁ λό­γος σας πο­λι­τι­κὸς ἢ μὴ ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα γιὰ τὴν πο­λι­τι­κο­οι­κο­νο­μι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς χώ­ρας μας. Ἀ­λή­θεια, ὑ­πάρ­χουν πο­λι­τι­κοὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ποὺ σᾶς ζή­τη­σαν συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμοῦ ἢ πο­λι­τι­κῆς, δε­δο­μέ­νης τῆς βα­ρύ­τη­τας ποὺ ἔ­χουν τὰ λό­για σας στὴν κοι­νω­νί­α καὶ στοὺς πο­λί­τες;

Μ.Θ. Ἀρ­νή­θη­κα μὲ κά­θε τρό­πο νὰ πι­στέ­ψω στὴν εἰ­κό­να ποὺ μό­λις σᾶς πε­ρι­έ­γρα­ψα. Ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ ἐλ­πί­ζω. Καὶ γι᾿ αὐ­τὸ ὅ­πως λέ­τε, πα­ρε­νέ­βαι­να, μή­πως καὶ βο­η­θή­σω γιὰ νὰ πᾶ­με ἕ­να βη­μα­τά­κι μπρο­στά. Τώ­ρα ἄς μοῦ συγ­χω­ρε­θεῖ αὐ­τὴ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α, ἔ­πα­ψα νὰ πι­στεύ­ω καὶ σι­ω­πῶ.

 

 

 

 

…………………………………………………………………………………….

Φαί­νε­ται πὼς οἱ νέ­οι πῆ­ραν τὰ ἡ­νί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς στὰ χέ­ρια τους. Ἐ­σεῖς ἀ­νέ­κα­θεν πι­στεύ­α­τε πὼς ἡ Ἐ­ξου­σί­α ἀ­νή­κει στοὺς νέ­ους. Ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρὰ ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς σκέ­ψης ἀ­νά­με­σα στοὺς ση­με­ρι­νοὺς νέ­ους καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ πά­λευ­αν γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κά τους, τὶς πε­ρα­σμέ­νες δε­κα­ε­τί­ες;

Μ.Θ. Στὸ μο­να­δι­κὸ ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ πι­στεύ­ω καὶ νὰ ἐλ­πί­ζω εἶ­ναι οἱ νέ­ες γε­νι­ές. Καὶ ἔ­χω τὴν αὐ­τα­πά­τη ἴ­σως, ὅ­τι ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πάρ­χουν θε­τι­κὲς ζυ­μώ­σεις μὲ στό­χο τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη–ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ἀ­λη­θι­νῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ Λα­οῦ, ἀπ᾿ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Δὲν βλέ­πω ὅ­μως ἀ­πὸ ποῦ βγά­λα­τε τὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι «πῆ­ραν τὰ ἡ­νί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς στὰ χέ­ρια τους».

Ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­να νέ­α πρό­σω­πα στὴν Κυ­βέρ­νη­ση; Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε θε­τι­κό, ὅ­μως δὲν συ­νι­στᾶ τὴν ἀλ­λα­γὴ ποὺ νο­μί­ζε­τε. Για­τί ἡ ἀ­λη­θι­νὴ Ἐ­ξου­σί­α ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ καὶ θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ βρί­σκε­ται σὲ πε­ρι­ο­χὲς ἀ­πλη­σί­α­στες γιὰ τὸν Λα­ὸ καὶ προπαν­τὸς γιὰ τοὺς νέ­ους.

 

…………………………………………………………………………………………

 

Στὸν το­μέ­α τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, ποι­ὰ λά­θη θὰ χρε­ώ­να­τε σὲ ὅ­λες τὶς κυ­βερ­νή­σεις ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ ᾿90 μέ­χρι καὶ τὶς μέ­ρες μας; Μὲ μί­α μι­κρὴ ἐ­ξαί­ρε­ση φυ­σι­κά τῆς πε­ρι­ό­δου Με­λί­νας Μερ­κού­ρη…

Μ.Θ.  Τὸν Πο­λι­τι­σμὸ τὸν κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ἔρ­γα τὰ ἀ­πο­δέ­χε­ται ὁ Λα­ὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἀ­ξί­α τους. Ὅ­σο πιὸ πολ­λὰ καὶ κα­λὰ ἔρ­γα γί­νον­ται καὶ ὅ­σο ὑ­πάρ­χουν οἱ συν­θῆ­κες νὰ πᾶ­νε στὸν Λα­ό, τό­σο ἀ­να­πτύσ­σε­ται ὁ Πο­λι­τι­σμὸς σὲ μί­α χώ­ρα. Ὁ ρό­λος τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ εἶ­ναι νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νει μὲ κά­θε μέ­σο τὸ σύ­νο­λο τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ ἀπ᾿ τὴ μί­α με­ριὰ, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ βο­η­θᾶ μὲ ὑ­πο­δο­μὲς καὶ ἐ­νι­σχύ­σεις, ὥ­στε τὰ ἔρ­γα αὐ­τὰ νὰ πᾶ­νε σὲ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους.

Ὑ­πάρ­χει φυ­σι­κὰ καὶ ἡ ἐγ­χώ­ρια ὅ­σο καὶ ἡ Δι­ε­θνὴς κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν πο­λι­τι­στι­κῶν ἔρ­γων. Καὶ γι᾿ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­νε ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ βα­θειὰ καὶ πλα­τειὰ μέ­σα στὸν Λα­ό.

Γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει συ­νο­λι­κὰ κρα­τι­κὴ γνω­στὴ ἄ­πο­ψη ἢ ἐ­κτί­μη­ση καὶ ἑ­πο­μέ­νως δὲν βρέ­θη­καν ἀ­κό­μα τὰ μέ­σα, οἱ μέ­θο­δοι ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ οὐ­σι­α­στι­κὰ μὲ τὸν Πο­λι­τι­σμό. Οὔ­τε φυ­σι­κὰ καὶ στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς μυ­θι­κῆς Με­λί­νας.

 

……………………………………………………………………………………….

 

Τὸν προ­η­γού­με­νο Δε­κέμ­βριο εἴ­δα­με μί­α ἐ­ξέ­γερ­ση τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τῆς βί­ας, κα­τὰ τῆς στη­λί­τευ­σης τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Φο­βᾶ­στε πῶς μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πα­να­λη­φθεῖ κά­τι πα­ρό­μοι­ο, τώ­ρα πού ἡ Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι μέ­σα στὸν κυ­κε­ῶ­να τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης; Μή­πως τὰ ἰ­δα­νι­κὰ καὶ τὰ πρό­τυ­πα τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι πλέ­ον «κα­θη­με­ρι­νῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς κα­τα­νά­λω­σης;».

Μ.Θ. Δὲν συμ­φω­νῶ μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­κτι­μή­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸν Δε­κέμ­βρη. Στὸ κά­τω–κά­τω ἂν ὑ­πῆρ­χε ἕ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ κί­νη­μα, για­τί καὶ πὼς, δὲν εἶ­χε συ­νέ­χεια. Κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν παι­δι­ῶν ποὺ δι­ψοῦν γιὰ πρό­ο­δο καὶ γιὰ προ­ο­πτι­κή. Νο­μί­ζω ὅ­μως ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν αὐ­τὴ τὴν ἀ­νάγ­κη, δί­χως νὰ τὴ βά­λουν μέ­σα σὲ ἕ­να κα­νά­λι ποὺ νὰ ὁ­δη­γεῖ τοὺς νέ­ους σὲ μί­α σφαι­ρι­κὴ καὶ ὑ­πεύ­θυ­νη θε­ώ­ρη­ση,  ποὺ νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὰ πραγ­μα­τι­κὰ αἴ­τια τῆς κρί­σης, ὁ­δη­γών­τας σὲ ρε­α­λι­στι­κὲς λύ­σεις. Μεί­να­με στὸ σύν­θη­μα καὶ τὴν ἀν­τί­δρα­ση γιὰ τὴν ἀν­τί­δρα­ση. Τὸ πό­σο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ καὶ ἀ­νορ­γά­νω­το ὑ­πῆρ­ξε αὐ­τὸ τὸ κί­νη­μα φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χε οὔ­τε τὴ θέ­λη­ση οὔ­τε τὴ δύ­να­μη νὰ κό­ψει τὰ χέ­ρια τῶν προ­βο­κα­τό­ρων ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε τὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας. Ὑ­πῆρ­ξα Πρό­ε­δρος τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κι­νή­μα­τος, τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς νε­ο­λαί­ας τῶν Λαμ­πρά­κη­δων, μὲ χι­λιά­δες συγ­κεν­τρώ­σεις, πο­ρεῖ­ες καὶ δυ­να­μι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις μέ­σα σὲ φο­βε­ρὰ ἐ­χθρι­κὲς συν­θῆ­κες, καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­ψα­με πο­τὲ στοὺς προ­βο­κά­το­ρες νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὸν χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς πό­λης μας.

 

Κά­πο­τε γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες πρό­τυ­πο ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς, ἦ­ταν ὁ Ἐ­λύ­της, ἦ­ταν ὁ Ρί­τσος. Σή­με­ρα φτά­σα­με νὰ ἔ­χου­με πρό­τυ­πα ὅ­σους βγαί­νουν ἀ­πὸ ρι­ά­λι­τυ ἢ ὅ­σους τρα­γου­δοῦν σὲ πί­στα. Γε­νι­κὰ ὅ­σους προ­βάλ­λει ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Για­τί πι­στεύ­ε­τε πῶς ἔ­πε­σε τό­σο χα­μη­λὰ τὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων;

Μ.Θ. Αὐ­τὰ τὰ εἴ­πα­με. Ὅ­μως δὲν θὰ πρέ­πει, νο­μί­ζω, νὰ εἴ­μα­στε τό­σο ἀ­πό­λυ­τοι. (Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ δι­ορ­θώ­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου). Γι᾿ αὐ­τὸ θὰ ἐ­πα­νέλ­θω στὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς θά­λασ­σας, γιὰ νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι πι­στεύ­ω ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ φτη­νὰ ποὺ ἐκ­πέμ­πουν τὰ κα­νά­λια τῆς πα­ρακ­μῆς καὶ μπαί­νουν στὰ σπί­τια μας, εἶ­ναι κι αὐ­τὰ ἀ­φρό­ψα­ρα! Δη­λα­δὴ, στέ­κον­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Καὶ ποι­ὸς γνω­ρί­ζει, ἀ­λή­θεια, τί γί­νε­ται στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς τοῦ Λα­οῦ; Ἐ­γὼ τοὐ­λά­χι­στον –ἂν καὶ ζῶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος– πο­τέ μου δὲν κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει ἡ ὅ­ποι­α γνώ­μη εἶ­χε ὁ Λα­ὸς καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ νε­ο­λαί­α γιὰ μέ­να καὶ τὸ ἔρ­γο μου. Καὶ πι­στεύ­ω πὼς αὐ­τὸ συμ­βαί­νει μὲ τὸν κά­θε Ἐ­λύ­τη καὶ τὸν κά­θε Ρί­τσο, ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοὶ καὶ ἐ­πί­και­ροι στὴ μνή­μη τοῦ Λα­οῦ. Τοῦ ἀ­γνώ­στου Λα­οῦ. Ὅ­σο γιὰ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων, θε­ω­ρῶ ὅ­τι κά­ποι­α ἀ­σή­μαν­τη με­ρί­δα ἀ­σχο­λεῖ­ται μό­νο μὲ τὸ γε­λοῖ­ο καὶ τὸ φτη­νό. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ ὑ­πάρ­χει καὶ λει­τουρ­γεῖ αὐ­τὴ ἡ Κι­βω­τὸς τῆς συλ­λο­γι­κῆς μας μνή­μης, ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α δι­α­πλά­θε­ται ὁ χα­ρα­κτῆ­ρας καὶ τὸ ἦ­θος τῶν παι­δι­ῶν μας καὶ δι­α­φυ­λάσ­σε­ται ἡ Ἐ­θνι­κή μας μνή­μη μὲ ὅ­λες τὶς πλού­σι­ες πνευ­μα­τι­κὲς καὶ πο­λι­τι­στι­κὲς Πα­ρα­δό­σεις. Καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι γιὰ μέ­να ἡ τε­λευ­ταί­α μου ἐλ­πί­δα, ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ δὲν θὰ ἐ­πι­τρέ­ψει τε­λι­κὰ νὰ μο­νι­μο­ποι­η­θεῖ ἡ ση­με­ρι­νὴ τρα­γι­κὴ ἀλ­λα­γὴ τοῦ Λα­οῦ μας λό­γῳ τῆς γε­νι­κευ­μέ­νης ὑ­πο­κρι­σί­ας καὶ δι­α­φθο­ρᾶς…

 

Ἔ­χε­τε ζή­σει πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να ὅ­λες τὶς πε­ρι­ό­δους τῆς Ἑλ­λά­δας ἀ­πὸ τὸ ᾿40 καὶ με­τά, λό­γῳ καὶ τῆς με­γά­λης σας Ἀν­τι­στα­σια­κῆς δρά­σης. Τί κρα­τᾶ­τε πιὸ ἔν­το­να σὰν κό­ρη ὀ­φθαλ­μοῦ, μέ­σα στὸ μυα­λό σας ἀ­πὸ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ με­γά­λα γε­γο­νό­τα;

Μ.Θ. Τὴν ἀ­να­γεν­νη­τι­κὴ πνο­ὴ τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου τῆς Ἐ­θνι­κῆς μας Ἀν­τί­στα­σης, μέ­σα ἀπ᾿ τὴν ὁ­ποί­α γεν­νή­θη­κε μί­α νέ­α Ἑλ­λά­δα, ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ κρα­τοῦν θαμ­μέ­νη πολ­λὲς καὶ δι­ά­φο­ρες σκο­τει­νὲς δυ­νά­μεις. Ὅ­σο ὅ­μως οἱ ἀ­ξί­ες ποὺ γέν­νη­σε αὐ­τὴ ἡ νε­ό­τε­ρη Ἐ­θνι­κή μας ἀ­να­γέν­νη­ση μέ­νουν στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς Ἐ­θνι­κῆς μας ζω­ῆς, τό­σο ἡ Ἑλ­λά­δα θὰ πη­γαί­νει ἀπ᾿ τὸ κα­κὸ στὸ χει­ρό­τε­ρο.

 

Κα­τορ­θώ­σα­τε νὰ «βά­λε­τε» τὴν Ποί­η­ση στὸ στό­μα τοῦ κά­θε Ἕλ­λη­να, με­λο­ποι­ών­τας με­γά­λους Ποι­η­τές. Νὰ ὑ­πο­θέ­σου­με πῶς ἦ­ταν δύ­σκο­λο τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἢ ἡ κοι­νω­νί­α ἦ­ταν ἤ­δη ἕ­τοι­μη γιὰ μί­α τό­σο με­γά­λη ἀλ­λα­γή;

Μ.Θ. Ἡ με­λο­ποί­η­ση τῆς Ποί­η­σης, ὅ­πως καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ἡ προ­σπά­θεια νὰ πά­ει ἡ ἀ­λη­θι­νὴ Τέ­χνη στὸν Λα­ό, ἀ­πο­τέ­λε­σαν στοι­χεῖ­α τῆς πρό­σφα­της Ἐ­θνι­κῆς μας ἀ­να­γέν­νη­σης, ποὺ μπό­ρε­σε νὰ βγεῖ στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿50 καὶ τοῦ ᾿60, γιὰ νὰ χτυ­πη­θοῦν με­τω­πι­κὰ ἀ­πὸ τὴ Χούν­τα ποὺ ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­παρ­χὴ τῆς πα­ρακ­μῆς ποὺ με­γα­λώ­νει χρό­νο μὲ χρό­νο.

 

……………………………………………………………………………………….

 

Δι­ά­βα­ζα στὴν συ­νέν­τευ­ξή σας στὸν Γι­ῶρ­γο Λιά­νη, ὅ­τι κά­θε βρά­δυ βλέ­πε­τε ἀ­πέ­ναν­τί σας μί­α σκιά, ποὺ τὴν ἑρ­μη­νεύ­ε­τε ὡς τὸν θά­να­το. Ἐ­σεῖς ὑ­μνή­σα­τε στὰ τρα­γού­δια σας καὶ τὴ ζω­ὴ ἀλ­λὰ καὶ τὸν θά­να­το. Νὰ ὑ­πο­θέ­σω ὅ­τι τὸν φο­βᾶ­στε;

Μ.Θ. Ποι­ὸς δὲν φο­βᾶ­ται τὸν θά­να­το. Ἄλ­λω­στε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς αὐ­το­συν­τή­ρη­σης εἶ­ναι πιὸ δυ­να­τὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Για­τί ἡ Ζω­ὴ εἶ­ναι μί­α δω­ρε­ά, μί­α εὐ­λο­γί­α. Καὶ ποι­ὸς ἀπ᾿ ὅ­λους μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο ραν­τε­βοῦ του μὲ τὸν θά­να­το; Ἐ­γὼ ἴ­σως για­τί τὸν φο­βᾶ­μαι πιὸ πο­λύ, προ­σπά­θη­σα νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θῶ μα­ζί του μὲ τὰ ὅ­πλα τῆς φαν­τα­σί­ας, τῆς Ποί­η­σης καὶ τῆς Μου­σι­κῆς. Θέ­λω νὰ τὸν φαν­τά­ζο­μαι μὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, σὰν κά­ποιο­ χο­ρευ­τὴ Κρη­τι­κὸ στὰ μαῦ­ρα ντυ­μέ­νο μὲ μαῦ­ρα στι­βά­νια καὶ μαῦ­ρα κρόσια. Θέ­λω νὰ τὸν κά­νω φί­λο μου, γιὰ νὰ μὲ πά­ρει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λι­κὰ καὶ νὰ μὲ πά­ει στὴν Κρή­τη, κον­τὰ στοὺς προ­γό­νους μου, ποὺ ἀ­να­παύ­ον­ται αἰ­ῶ­νες τώ­ρα κά­τω ἀ­πὸ τὰ Λευ­κὰ Ὄ­ρη.

 

Τί ρό­λο ἔ­παι­ξε στὴ ζω­ή σας ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη σας σύ­ζυ­γος Μυρτώ καὶ ἡ κό­ρη σας Μαρ­γα­ρί­τα;

Μ.Θ. Τὸν πρω­ταρ­χι­κό, τὸν κυ­ρι­αρ­χι­κὸ καὶ μο­να­δι­κό.

 

 

Ἐμ­πνευ­στή­κα­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες;

Μ.Θ. Γιὰ ποι­ὸν ἄλ­λο ἄ­ρα­γε γρά­φω τὴ μου­σι­κή μου;

 

Ὁ Θε­ο­δω­ρά­κης σπα­νί­ως κά­νει πλέ­ον Δη­μό­σι­ες ἐμ­φα­νί­σεις, λό­γῳ τῶν προ­βλη­μά­των ὑ­γεί­ας. Ἔ­χε­τε ὅ­μως ὄ­ρε­ξη γιὰ δου­λειά, ποὺ γρά­φε­τε μου­σι­κή μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κα­τα­θή­κη πού θέ­λε­τε νὰ ἀ­φή­σε­τε γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ὲς ἢ ἡ συ­νή­θεια μιᾶς μα­κρο­χρό­νιας πο­ρεί­ας στὴ Μου­σι­κή;

Μ.Θ. Ἡ Μου­σι­κὴ εἶ­ναι τὸ ψυ­χι­κὸ ὀ­ξυ­γό­νο τῆς ζω­ῆς μου.

 

……………………………………………………………………………….

 

Τί μή­νυ­μα θὰ στέλ­να­τε σὲ ὅ­λο τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ό, βά­σει τῆς οἰ­κο­νο­μι­κο­πο­λι­τι­κῆς κα­τά­στα­σης ποῦ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γη­θεῖ παγ­κο­σμί­ως;

Μ.Θ. Θὰ τοὺς ξα­να­έ­λε­γα τὰ λό­για τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Σο­λω­μοῦ (ἐ­λα­φρῶς πα­ραλ­λαγ­μέ­να): «Κλεῖ­στε βα­θειὰ στὴν καρ­διὰ σας τὴν Ἑλ­λά­δα. Καὶ μο­νά­χα τό­τε θὰ ἀ­νοί­ξουν γιὰ σᾶς καὶ τὰ παι­διὰ σας δι­ά­πλα­τες οἱ πόρ­τες γιὰ τὴν πρό­ο­δο καὶ τὴν εὐ­τυ­χί­α τοῦ Λαοῦ μας».