Ἡ σχέση Ἑλληνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ στὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «Πρός τοὺς νέους»

Θεώνης Μαρίνου-Μπούρα θεολόγου

(master στήν Πατρολογία)

Τό ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», εἶναι ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε ἐνώπιον νέων οἱ ὁποῖοι εἶχαν πρόθεση να ἱερωθοῦν ἤ νὰ ἀσκητεύσουν [1]. Δέν ἀποτελεῖ πραγματεία τῆς ὁποίας τά κίνητρα ἦταν θεωρητικά, ἀλλά ὁμιλία γιά πρακτικούς λόγους [2]. Γράφτηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 359 καί 362, ὅταν ὁ Μ. Βασίλειος ἀσκήτευε στά Ἄννησα καί στό ἀσκητήριο τοῦ Πόντου, ὅπου δεχόταν καί νουθετοῦσε νέους [3]. Ὁ καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος σχετίζει τή συγγραφή τῆς ὁμιλίας μέ τήν ἀπαγόρευση τοῦ Ἰουλιανοῦ στούς χριστιανούς νά διδάσκουν στίς δημόσιες σχολές [4]. Ὁ J. Gribomont [5] χαρακτηρίζει τό ἔργο «ἀπολογία» ὑπέρ τῆς χριστιανικῆς ἄσκησης ἐπί τῇ βάσει παραδειγμάτων ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία καί τή φιλοσοφία.

Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ κειμένου εἶναι ἀναμφισβήτητη, ἀφοῦ καί σήμερα διατυπώνονται προβληματισμοί περί τῶν σχέσεων ἑλληνισμοῦ-χριστιανισμοῦ κι ἐκφράζονται ἀπόψεις ὅτι ὁ χριστιανισμός ἀπορρίπτει ἤ ἀπορροφᾶ τόν ἑλληνισμό. Θά ἐπιχειρηθεῖ ἐντρύφηση στό χαρακτηριστικό αὐτό ἐπί τοῦ θέματος κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου προκειμένου νά διερευνηθεῖ τί ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας λέει ἀλλά καί τί ὁ ἴδιος πράττει, ὧστε νά προσδιοριστεῖ σύμφωνα μέ τό πατερικό πνεῦμα καί ἡ δική μας σὐγχρονη πρακτική.

Ὁ Μ. Βασίλειος ἀπευθύνεται στούς νέους γιά νά τούς συμβουλεύσει, θεωρώντας τόν ἑαυτό του δεύτερο πατέρα τῶν νέων μετά τούς φυσικούς τους γονεῖς. Δέν ἀμφισβητεῖται ἡ ὠφέλεια πού προέρχεται ἀπό τά ἑλληνικά ἐξωεκκλησιαστικά μαθήματα. Θέτει παραδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν πού μορφώθηκαν πρῶτα ἐξωεκκλησιαστικά. Ὁ σοφός Μωϋσῆς γύμνασε τή διάνοιά του μέ τά μαθήματα τῶν Αἰγυπτίων καί μετά εἰσῆλθε στή θεωρία τοῦ Θεοῦ [6]. Ὁ σοφός Δανιήλ διδάχτηκε τή σοφία τῶν Χαλδαίων στή Βαβυλώνα κι ἔπειτα μελέτησε τά θεῖα διδάγματα [7]. Τονίζει ὁ Μ. Βασίλειος ὅτι ἐπιβάλλεται νά προετοιμαστοῦμε μέ τούς θύραθεν δασκάλους καί στή συνέχεια νά γίνουμε ἀκροατές τῶν ἱερῶν μαθημάτων. Ὑποδεικνύει συναναστροφές μέ ποιητές, λογογράφους, ρήτορες καί γενικά ὅλους ὅσους μποροῦν νά ὠφελήσουν τήν ψυχή μας [8]. Θέτει κριτήριο σχετικά μέ τό ποιά κείμενα θά προσεγγίζουμε καί ποιά ὄχι. Τό κριτήριο εἶναι ἡ σχέση αὐτῶν πού γράφουν τά ἑλληνικά κείμενα μέ τήν αἰώνια ζωή. Ἐάν ἐμπεριέχουν αἰώνιες ἀλήθειες, τότε νά ἀγαπᾶμε αὐτά τά κείμενα. Ἐάν ὅμως ἀπολυτοποιοῦν τήν προγονική καταγωγή, τή σωματική δύναμη, τήν ὀμορφιά, τά μεγαλεῖα, τίς ἀνθρώπινες τιμές ἤ τήν ἐξουσία, αὐτά νά τά περιφρονοῦμε διότι ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως καί εἶναι μεταβλητά [9]. Θά δεχόμαστε ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ἐκεῖνα τά κείμενα πού ἐπαινοῦν τήν ἀρετή καί στιγματίζουν τήν κακία. Ἄς ἔχουμε ὑπόψιν μας τήν εἰκόνα τῶν μελισσῶν: ὅπως ἐκεῖνες παίρνουν τό χρήσιμο, ἔτσι κι ἐμεῖς νά ἀποκομίζουμε ὅ,τι χρήσιμο ἀφήνοντας τά ἀνώφελα [10]. Ἔτσι, λοιπόν, θά μελετοῦμε τούς ποιητές, ὅταν ἀφηγοῦνται τά λόγια ἤ τὶς πράξεις καλῶν ἀνδρῶν. Μάλιστα ὁ Μ. Βασίλειος δέν διστάζει νά ὑποδείξει μίμηση αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν – προτύπων [11]. Ἀντίθετα θά παραθεωρήσουμε τούς ποιητές ὅταν ὑβρίζουν, ὅταν περιγράφουν τούς ἐραστές καί τούς μέθυσους καί πολύ περισσότερο ὅταν μιλοῦν γιά τούς θεούς. Ἰδίως ὅταν πρεσβεύουν τήν πολυθεΐα, τήν ἔλλειψη ὁμόνοιας μεταξύ τῶν θεῶν, τίς μοιχεῖες καί τούς ἔρωτες τῶν θεῶν, τότε δέν θά δώσουμε καμία προσοχή [12]. Διαπιστώνεται ἐδῶ ὅτι, ἐνῷ σέ ὅλα τά ἄλλα ἀρκεῖ ὡς κριτήριο ἡ ἀρετή καί κατά πόσον τά γραφόμενα συμβάλλουν σέ αὐτήν, τά περί θεῶν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἀπορρίπτονται, ἀφοῦ ἐκεῖνα εἶναι ὁ λόγος τῶν ἀνθρώπων περί θεῶν, ἐνῷ στὸν χριστιανισμό ὑπάρχει ὁ Λόγος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέμφεται τοὺς εἰδωλολάτρες γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο: ἐπειδή ἐπέτρεψαν στόν λογισμό τό πᾶν [13] κι ἔτσι θεοποίησαν ὅ,τι οἱ ἴδιοι φαντάστηκαν. Δέν μπόρεσαν ἀπό τήν κτίση νά ὀδηγηθοῦν στόν Δημιουργό Θεό, ἀλλά θεοποίησαν τά κτίσματα [14] καί τά ἀνθρώπινα πάθη [15]. Δέν ἄφησαν τόν Θεό νά τούς ἀποκαλυφθεῖ, παρά ἐπινόησαν γιά τόν Θεό δικές τους φαντασίες.

Ἰδιαιτέρως θετική εἶναι ἡ στάση τοῦ Μ. Βασιλείου ἔναντι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων. Ἐπαινεῖ κι ὑπολήπτεται τούς φιλοσόφους, διότι αὐτοί ὕμνησαν τήν ἀρετή [16]. Συνιστᾶ νά δίνουμε μεγάλη προσοχή στούς λόγους τῶν φιλοσόφων, διότι αὐτοί γεννοῦν στήν ψυχή μας οἰκειότητα μέ τήν ἀρετή. Ὁ ἴδιος γνωρίζει καί χρησιμοποιεῖ τόν Πλάτωνα. Δανείζεται ἰδέες καί εἰκόνες ἀπό αὐτόν. Ἡ πλατωνική καί στωική ἀνθρωπολογία καί ἠθική βρίσκεται πληθωρική στό ἔργο του αὐτό, καθώς καί στό «Πρόσεχε σεαυτῷ», διαπιστώνει ὁ καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος [17]. Οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Μ. Βασιλείου σχετικά μέ τό σῶμα καί τήν ἀξία του ἔχουν ἔντονη τήν Πλατωνική ἐπίδραση, γι’ αὐτό καί εἶναι διάχυτη ἡ περιφρόνηση τοῦ σώματος στό ἔργο του «Πρός τούς νέους…» Ὡστόσο, ἀργότερα, ὁ Μ. Βασίλειος ξεπέρασε τήν ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς σκέψης καί θεμελιώθηκε στέρεα στήν ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας [18]. Τούτη ἡ ἀρνητική ὄντως ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας στό Μ. Βασίλειο φανερώνει τή θετική στάση τοῦ Πατρός ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τό φιλελεύθερο πνεῦμα του, ὧστε δέν διστάζει νά οἰκειοποιηθεῖ καί φιλοσοφικές θέσεις χωρίς καμία προκατάληψη ἀπέναντι σ’ αὐτές. Βέβαια, ἡ φιλοσοφία δέν φαίνεται νά τόν δεσμεύει, ἀφοῦ ἀργότερα ἐπαναπροσδιορίζει τίς ἀπόψεις του καί ἐκφράζει τήν ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Στή συνέχεια διατυπώνει τήν ἄποψη ὅτι «ἡ φιλοσοφία ἐλευθερώνει τήν ψυχή» [19] καί τονίζει τήν ἀξία τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ὁ μυαλωμένος ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἔχει τόν ὀρθό λόγο ὁδηγό τῆς ζωῆς του καί νά μήν μετακινεῖται καθόλου ἀπό αὐτά πού εἶναι ἀποδεδειγμένα σωστά [20].

Κινούμενος στό ἴδιο πνεῦμα ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης τονίζει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη ἡ λογική κατανόηση τῶν ρητῶν κι ἐπιβάλλεται νά ἐρευνᾶ κανείς τήν ἀλήθεια τῶν κειμένων τῆς Γραφῆς μέ τή φιλοσοφία, [21] ὄχι ὅμως κι ἐκεῖνα πού ξεπερνοῦν τή διάνοιά μας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης θεωρεῖ σπουδαιότερη τή Γραφή ἀπό τόν ὀρθό λόγο καί πιό ἀξιόπιστη καί καταφεύγει στή λογική ἀπόδειξη ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας [22]. Ὡστόσο, κατανοεῖ ἀπόλυτα ὅσους χρειάζονται λογική ἐξήγηση γιά νά πιστέψουν καί ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκη τους χρησιμοποιώντας τόν ὀρθό λόγο. Εἶναι πρόδηλη ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν δύο Πατέρων στόν ὀρθό λόγο, ἔστω κι ἄν δέν εἶναι τὸ μόνο μέσο γιά νά φτάσει κανείς στήν ἀλήθεια. Πάντως, εἶναι ἀναμφισβήτητα ἀσφαλές μέσο γιά τήν ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, ἐκτός βέβαια ἀπό ἐκεῖνα πού ξεπερνοῦν τή διάνοια.

Ὁ Μ. Βασίλειος ὑπογραμμίζει ὅτι ὅλοι αὐτοί ἀπό τόν ἑλληνικό κόσμο, πού φημίζονται γιά τή σοφία τους, ἐξύμνησαν τήν ἀρετή, ἄλλος περισσότερο κι ἄλλος λιγότερο. Προτρέπει νά ἐμπιστευόμαστε τά λόγια τους καί κυρίως νά τά κάνουμε πράξη στή ζωή μας [23]. Σέ αὐτό βοηθούμαστε πολύ ἀπό τά παραδείγματα ἐνάρετων ἀνδρῶν πού παραθέτουν, ὅπως τό παράδειγμα τοῦ Περικλῆ πού ἔδειξε ἐξαιρετική ὑπομονή κι εὐεργεσία σέ κάποιον πού τόν ἔβριζε ἤ τό παράδειγμα τοῦ Εὐκλείδη ἀπό τά Μέγαρα πού ἀσκήθηκε στό ἀόργητον [24]. Εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ὄντως ἐλεύθερης κι ἀπαλλαγμένης ἀπό κάθε προκατάληψη ἤ στενότητα σκέψης τοῦ Μ. Βασιλείου τὸ ὅτι δέ διστάζει νά προτρέψει τούς νέους νά ἀκολουθήσουν ἐξωεκκλησιαστικά- ἀρχαιοελληνικά πρότυπα, θέτοντας ὡς κριτήριο τήν ἀρετή. Βρίσκει ἀναλογίες   μεταξύ τῶν πράξεων ἐνάρετων ἀρχαιοελλήνων και ἐκείνων πού ἡ Γραφή συνιστᾶ. Ἡ ὑπομονή, πού ἔδειξε ὁ Σωκράτης σέ κάποιον πού τόν κτυποῦσε, εὐθυγραμμίζεται μέ τό παράγγελμα τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. 5,39), πού λέει ὅτι σέ αὐτόν πού σέ κτυπᾶ στή μία σιαγόνα πρέπει νά τοῦ προσφέρεις καί τήν ἄλλη [25]. Παρομοίως, ἡ περίπτωση τοῦ Περικλῆ ἤ τοῦ Εὐκλείδη συμφωνεῖ μέ τό Εὐαγγέλιο (Ματθ. 5,44), πού γράφει νά ὑπομένουμε τούς διῶκτες καί νά ἀνεχόμαστε μέ πραότητα τήν ὀργή τους, νά εὐχόμαστε τά καλά στούς ἐχθρούς καί νά μήν καταριόμαστε. Ὁ Μ. Ἀλέξανδρος ἐπαινεῖται διότι, ὅταν συνέλαβε τίς ὄμορφες κόρες τοῦ Δαρείου, δέν τίς κοίταξε κἄν μέ ἠδονικό βλέμμα, ἐφαρμόζοντας ἐκ τῶν προτέρων τόν λόγο πού θά πεῖ ὁ Χριστός πολύ ἀργότερα περί πονηροῦ βλέμματος καί μοιχείας. Αὐτά τά παραδείγματα-ἠθικά πρότυπα εἶναι χρήσιμο νά τά ἀκολουθοῦμε, ἀφοῦ ἀποτελοῦν ἐφόδια γιά τήν αἰωνιότητα. Γενικά, τονίζεται ἡ ἀρχή νά προσφεύγουμε στόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο, ὅπου βέβαια ὑπάρχει κάτι σωστό.

Εἶναι σαφής ὁ προσανατολισμός τοῦ Μ. Βασιλείου στήν ἀρετή κι ἐκεῖ προσπαθεῖ νά στρέψει τούς νέους. Ὡστόσο, δέν ὑποτιμᾶ ὅ,τι ἀποτελεῖ δεῖγμα πολιτισμοῦ καί εἶναι ἀποτέλεσμα κόπου καί καλῆς χρήσης τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἔτσι, λοιπόν, θαυμάζει τόν Φειδία πού ἔφτιαξε τό χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ Δία στούς Ἠλείους καί τόν Πολύκλειτο πού κατασκεύασε τό χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τῆς Ἣρας στούς Ἀργείους. Ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ δύο καλλιτέχνες ἔκαναν καλή χρήση τοῦ ὑλικοῦ καί μάλιστα θεωρεῖ τήν τέχνη τους πολυτιμότερη ἀπό τό ὑλικό κι ἄξια καύχησης. Μᾶς ἐκπλήσσει ὁ Μ. Βασίλειος, καθώς ἐπαινεῖ γιά τήν καλή χρήση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν δύο δημιουργούς εἰδώλων. Τοῦτο δηλώνει τήν εὐρύτητα πνεύματος τοῦ Μεγάλου Πατέρα καί τή διάκρισή του, ὧστε δύναται νά μάχεται τήν εἰδωλολατρεία, χωρίς νά ἀδικεῑ τή γλυπτική τέχνη, ἔστω κι ἄν αὐτή ἡ τέχνη ὑπηρέτησε τήν εἰδωλολατρία. Ὁ καθηγητής Κωνσταντῖνος Μπόνης διαπιστώνει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος «ἀτενίζει τήν ἀνθρώπινη σκέψη ὡς ἐκφράζουσα ἐν σπέρματι ἀληθείας αἰώνιες ἀξίες κατ’ ἐξοχήν οἰκεῖες στόν χριστιανισμό» [26]. Καταλήγει ὅτι «ὁ τόσο αὐστηρός, ἀπό ἀπόψεως ἠθικῆς, Βασίλειος γίνεται φιλελεύθερος στή σκέψη καί ἀνώτερος στά αἰσθήματα στήν κρίση του καί πρός τούς μή χριστιανούς, αὐτός ὁ κατ’ ἐξοχήν γνήσιος καί ἀληθής χριστιανός» [27].

Ἀνιχνεύοντας, μέσα ἀπό ὅσα λέει κι ὅσα πράττει ὁ Μ. Βασίλειος στήν ὁμιλία του «Πρός τούς νέους…», τό πνεῦμα του σχετικά μέ τή χρήση τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων, σημειώνουμε τά ἐξῆς:

1. Γνωρίζει καλά τά ἔργα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τά χρησιμοποιεῖ μέ κριτήρια τήν ἀρετή, τόν ὀρθό λόγο καί τή συμφωνία τους μέ τή Γραφή. Συνιστᾶ νά ἀγαπᾶμε τήν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, τήν ποίηση, τή ρητορική καί θεωρεῖ ἀπαραίτητη τή μόρφωση μέ αὐτές.

2. Ἡ σχέση του μέ τόν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο εἶναι διαλεκτική καί ἐπιλεκτική. Δέν ἀπορρίπτει ὁτιδήποτε ἐξωχριστιανικό, ἀλλά τό ἐξετάζει μέ κριτήριο τόν ὀρθό λόγο.

3. Προσεγγίζει τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο μέ πνεῦμα ἑνωτικό κι ὄχι διχαστικό. Τοῦτο διαπιστώνεται ἀπό τήν τακτική πού ἐφαρμόζει. Ἀναζητᾶ τά κοινά σημεῖα ἑλληνισμοῦ-χριστιανισμοῦ καί αὐτά συζητᾶ.

4. Τό περί θεοῦ ἐρώτημα τοῦ ἀνθρώπου δέν ἀπαντᾶται ἀπό τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο ἤ ἀπό κάθε θρησκεία προσθέτουμε, ἀλλά ἀποκλειστικά ἀπό τήν ἁγία Γραφή, ὅπου ἀποκαλύπτεται ὁ Τριαδικός Θεός τῆς ἀγάπης.

5. Ἀναγνωρίζει τήν ἀξία τῆς γλυπτικῆς τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν γλυπτῶν: ἡ ἀξία ἀνήκει στήν τέχνη κι ὄχι στή θεολογία-εἰδωλολατρία τήν ὁποία ἡ τέχνη μορφοποιεῖ.

6. Ἔχει φιλελεύθερο πνεῦμα καί ἡ χριστιανική του ἰδιότητα δὲν τὸν περιορίζει.

Ὁ Μ. Βασίλειος συνδύασε στη ζωή του την ἀγάπη του γιά τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο καί τήν ἀγάπη του γιά τὸν Χριστό, ἐπωφελούμενος τά μέγιστα ἀπό κάθε μέγεθος καί πρόσφερε σέ ἐμᾶς τό πρότυπο τοῦ μορφωμένου ἁγίου.

1. Μπόνη Γ. Κ., Βασίλειος Καισαρείας ὁ Μέγας, Βίος καί ἔργα συγγράματα καί διδασκαλία, σ. 97

2. Ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 96

3. Παπαδοπούλου Γ. Στυλιανοῦ, Πατρολογία Β΄, σ. 397

4. Ἔνθ΄ ἀνωτ.

5. Texte und Untersuchungen 64 (1957) 422. Lexikon fur Theologie und kirche. Freiburg (Herder), Bd 2 (1958) 33/5.

6. ΕΠΕ, Βασιλείου Καισαρείας τοῦ Μεγάλου ἅπαντα τά ἔργα, τ.

7 Ὁμιλίαι καί λόγοι, σ. 322

7. Ἔνθ’ ἀνωτ.

8. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 320

9. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 318

10. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 326

11. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 324

12. Ἔνθ’ ἀνωτ.

13. PG 60, 413

14. PG 60, 412

15. PG 60, 440

16. ΕΠΕ ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 326

17. Παπαδοπούλου Γ. Στυλιανοῦ, Πατρολογία Β΄, σ. 359-360

18. Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 360

19. ΕΠΕ ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 345

20. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 355

21. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 19

22. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 1, σ. 269

23. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 332

24. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 334-336

25. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 7, σ. 336

26. Μπόνη Γ. Κων/νου, Βασίλειος Καισαρείας ὁ Μέγας, Βίος καί ἔργα συγγράματα καί διδασκαλία, σ. 102

27. Ἔνθ’ ἀνωτ.