Η ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΙΝΗΤΡΟ Ἢ ΕΜΠΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ

Κώστα Δ. Κονταξῆ Ἐπικ. Καθηγητῆ Παν. Δυτ. Μακεδονίας

Μὲ τὴ Βιομηχανικὴ Ἐπανάσταση, ἀγροτικές, κατὰ βάση κοινωνίες οἱ ὁποῖες συγκροτοῦνταν ἀπὸ ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ποὺ ζοῦσαν σὲ μικροὺς οἰκισμοὺς μετασχηματίστηκαν σὲ κοινωνίες κυρίως ἀστικές, ἐνῷ ἡ διαβίωση στὴν πόλη ἀποτέλεσε τὴν κυρίαρχη οἰκιστικὴ ἐμπειρία καὶ τὸν κυρίαρχο τρόπο ζωῆς γιὰ τὴν πλειονότητα τοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ ἀστικὸς τρόπος ζωῆς ἀφοροῦσε ἐπίσης στὴν ἐμφάνιση νέων μορφῶν κοινωνικότητας, τὴ μεταβολὴ τῶν σχέσεων ἐξουσίας καί, σύμφωνα μὲ κάποιους μελετητές, τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς ἰδιαιτέρου ἀστικοῦ αἰσθήματος [1] .

Ὁ καθηγητὴς Μ. Γ. Μερακλὴς θεωρεῖ ὅτι ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριό, ἡ ἀστικοποίηση καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου εἶναι ἕνα φαινόμενο ποὺ ἔχει συντελέσει στὴ διαμόρφωση ἑνὸς νέου τύπου ἀνθρώπου, τοῦ ἀστοῦ, τοῦ homo urbanus καί, κατ’ ἐπέκταση, στὴ δημιουργία ἑνὸς νέου λαοῦ, τοῦ λαοῦ τῶν μεγαλουπόλεων ἢ καὶ τῶν ἀστικοποιημένων χωριῶν [2] , ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ διαπίστωση τοῦ Δημ. Σ. Λουκάτου, εἶναι σημαντικά διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀγροτικὸ καὶ προβιομηχανικό λαό [3] .

Ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ κοινωνιολόγος Henri Lefebvre, συνοψίζοντας τὴν οὐσία τῆς σύγχρονης ἱστορίας, τοῦ σύγχρονου βιομηχανικοῦ και μεταβιομηχανικοῦ πολιτισμοῦ θεωρεῖ ὅτι ἡ σύγχρονη ἱστορία εἶναι ἡ ἱστορία τῆς «πολεοποίησης» τῆς ὑπαίθρου [4] . Ἡ ἀστικοποίηση τῆς ὑπαίθρου, ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριὸ μὲ τὴν ἐκβιομηχάνιση, ὁδήγησε στὴν ἐξάλειψη τῶν τοπικῶν τρόπων ζωῆς ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῆς παγκόσμιας ἀγορᾶς. Τὰ προϊόντα καὶ τὰ ἀντικείμενα ποὺ διατίθενται γιὰ κατανάλωση καὶ χρήση γίνονται περισσότερο τυποποιημένα καὶ εἶναι λιγότερο προσκολλημένα στὴν τοπικὴ βάση, ἐνῷ οἱ κάποτε, παλλόμενοι τρόποι ζωῆς τῶν χαρακτηριστικῶν γεωγραφικῶν περιοχῶν (ἤθη, ἔθιμα, δημοτικὰ τραγούδια) μαζὶ μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες τοῦ περιβάλλοντος μεταμορφώνονται σὲ κάτι διαφυλαγμένο ἀπὸ τὸ παρελθὸν γιὰ νὰ τὸ βλέπουν οἱ ἐπισκέπτες, οἱ τουρίστες. Στὴ διάσταση αὐτὴ διαπιστώνεται αὐξανόμενη ὁμοιομορφία [5].

Ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριό, ἡ ἀστικοποίησή του πραγματοποιήθηκε, στὴ χώρα μας, μὲ πολὺ γρήγορους ρυθμούς. Ὁ Στάθης Δαμιανάκος ὑποστηρίζει ὅτι, παρὰ τὸ διάσπαρτο χαρακτήρα καὶ τὰ κενά τους, οἱ ἀναλύσεις τῶν ἐρευνῶν ποὺ ὁ ἴδιος πραγματοποίησε ἐπιτρέπουν στὸν καθένα νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ εὖρος καὶ τὴν ἔνταση τῶν μετασχηματισμῶν ποὺ γνωρίζει ἡ ἑλληνικὴ ἀγροτικὴ κοινωνία ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960 καὶ μετά. Ἀνεξάρτητα ἂν ἡ παρατήρηση ἀφορᾶ στὶς ὁρατὲς διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ὑλικὲς ὄψεις τῶν μετασχηματισμῶν αὐτῶν ἡ τὴν ἐξέλιξη τῶν τρόπων ζωῆς, τῶν δομῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, σημειώνει, ἡ διαπίστωση παραμένει ἡ ἴδια. Ὁ Ἕλληνας χωρικὸς ἐπιτελεῖ στὴ διάρκεια μερικῶν δεκαετιῶν μία ἐπανάσταση, γιὰ τὴν ὁποία ὁ δυτικὸς ὁμόλογός του χρειάστηκε πάνω ἀπὸ δύο αἰῶνες.

Ὁ περιπατητὴς στὴν ὕπαιθρο ποὺ θὰ ἐπέστρεφε σὲ τόπους ποὺ εἶχε ἐπισκεφτεῖ ἐδῶ καὶ τριάντα, εἴκοσι ἢ καὶ δέκα μόνο χρόνια θὰ δυσκολευόταν, πράγματι, νὰ ἀναγνωρίσει ποὺ βρίσκεται, τόσο ἡ μεταμόρφωση τῶν τοπίων, τῶν οἰκοδομημήνων χώρων καὶ τοῦ πλαισίου ζωῆς στὸ χωριὸ εἶναι γοργὴ καὶ ριζική: πύκνωση καὶ αἰσθητὴ βελτίωση τοῦ ὁδικοῦ δικτύου, ραγδαία ἐπέκταση τοῦ ἀστικοῦ ἱστοῦ γύρω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἄξονες καὶ κατὰ μῆκος τῶν παρακτίων περιοχῶν, ὁλοκληρωτικὸς ἐξηλεκτρισμὸς τῶν χωριῶν καὶ τῶν συνοικισμῶν, μεγάλη αὔξηση τῶν γεωργικῶν μηχανημάτων καὶ τῶν θερμοκηπιακῶν καλλιεργειῶν, ἀξιοσημείωτοι πρόοδοι τῆς ἄρδευσης, ἐγκατάλειψη τῶν ἀγόνων γαιῶν καὶ νέες ἐκχερσώσεις, θεαματικὴ ἄνοδος στὶς κατασκευὲς οἰκοδομῶν» [6] .

Ἡ πρόοδος ποὺ σημειώθηκε στὸν τομέα τῆς ἐκμηχάνισης τῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς, σὲ συνάρτηση μὲ τὸν ἀναδασμὸ τῆς γῆς, τὴν ἄρδευση, τὴν εἰσαγωγὴ νέων καλλιεργειῶν, τὴ χρήση λιπασμάτων καὶ φυτοφαρμάκων καὶ τὶς γεωργικὲς ἐκμισθώσεις, βοήθησε σημαντικὰ στὴν αὔξηση τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος καί, κατ’ ἐπέκταση, στὴν ἀστικοποίηση τοῦ χωριοῦ. Παράλληλα, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς μηχανῆς ἄλλαξε τὴ φύση τῆς ἐργασίας καὶ ἀπελευθέρωσε, ὥς ἕνα βαθμό, τὸν ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ ἀπὸ τὴν ὑποταγή του στὸ φυσικὸ ἐξαναγκασμό, ἐξασφαλίζοντάς του ἐλεύθερο χρόνο, τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ διαθέσει στὶς φροντίδες του γιὰ τὴν οἰκογένεια, τὸ σπίτι, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ψυχαγωγία του.

Στὴν παραδοσιακὴ ἀγροτικὴ κοινωνία ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου ἦταν ἑνιαία. Διαμορφωνόταν ἀνάλογα μὲ τὶς συνθῆκες ἐργασίας καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς παραγωγῆς. Οἱ ἔννοιες τῆς ἀνάπαυσης καὶ τῆς ψυχαγωγίας ἦταν συνδεδεμένες καὶ ὑποταγμένες στὶς δραστηριότητες ποὺ ἀπαιτοῦσε ὁ κύκλος τῶν ἐποχῶν [7] . Ὁ ἐξηλεκτρισμὸς τῆς ὑπαίθρου σὲ γρήγορους ρυθμοὺς ἰδιαίτερα μετὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950 σήμανε πολλά, θὰ τολμοῦσε νὰ πεῖ κάποιος, γιὰ τὸν ἐκσυγχρονισμό της, τὴν ἀστικοποίησή της. Ἡ χρήση τῶν ἠλεκτρικῶν συσκευῶν πρόσφερε μία ἀρκετὰ ἄνετη ζωὴ στοὺς κατοίκους τῶν ἀγροτικῶν περιοχῶν. Κρίνεται σκόπιμο νὰ μεταφερθεῖ, ἐδῶ, ἡ συγκίνηση γέροντα, κατοίκου παραμεθόριας κοινότητας, ἀμέσως μετὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμό της, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ἡ σημασία τοῦ πλούσιου φωτός: «Τὴν πρώτη βραδιά, ποὺ ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια κι οἱ δρόμοι ἐπλημμύρισαν ἀπὸ πλούσιο φῶς σὰν παραδεισένιο, δὲν τὴν ξεχνᾶ κανεὶς Σουφλιώτης, γιατὶ ὅλοι βγῆκαν στοὺς δρόμους καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη γυρνοῦσαν ἑορταστικά ὣς τά χαράματα» [8] . Ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἀλλάξει τὴ ζωή, κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴ ἔκφραση προέδρου ἀγροτικῆς κοινότητας, παλαιότερα. Οἱ μηχανές, ποὺ ἦρθαν νὰ ἀντικαταστήσουν τὰ ἀνθρώπινα χέρια καὶ παραμέρισαν τὶς παλαιὲς μεθόδους ἐργασίας, συντέλεσαν στὸν παραμερισμὸ καὶ τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν ἐθίμων ποὺ συνδέονταν μὲ ἐκεῖνες.

Ὅλη ἡ λατρεία τοῦ δάσους καὶ τοῦ ἀγροῦ κινδυνεύει νὰ ἐξαφανισθεῖ, κάτω ἀπὸ τὴ χαλύβδινη πίεση τῶν ἑλκυστήρων [9] . Ἀνάλογη ὑποχώρηση σημειώνουν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ οἰκιακὰ ἔθιμα ἢ πίστεις, γιὰ παράδειγμα ἡ ὁλοζώντανη, ἄλλοτε, μυθολογία τοῦ Δωδεκαημέρου σβήνει, καθὼς τὴ θέση τοῦ τζακιοῦ καὶ τοῦ φούρνου παίρνουν ἡ ἠλεκτρικὴ σόμπα καὶ κουζίνα· ὁ παραδοσιακὸς χορὸς ἔπαυσε νὰ ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο μέρος τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῆς κοινότητας, στοιχεῖο συνοχῆς της, στενὰ συνυφασμένο μὲ τὴν ἄμεση ἐπικοινωνία καὶ συμμετοχὴ τῶν μελῶν της.

Τὸ «χοροστάσι» δὲν στέκει πιά. Βέβαια, δὲν υἱοθετοῦμε τὴ στάση ἐκείνων ποὺ ἐπιμένουν νὰ ἐξιδανικεύουν τὴ ζωὴ τοῦ χωριοῦ, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν ρομαντικῶν τοῦ 19ου αἰώνα, λογοτεχνῶν καὶ ἐπιστημόνων. Μία θεώρηση τῆς ζωῆς στὸ χωριὸ ψύχραιμη, ὁποιασδήποτε ἐποχῆς, ἀποκαλύπτει καὶ τὰ μελανὰ σημεῖα: τὴ φτώχεια, τὴν ἔλλειψη ἀνέσεων, τὸν σκληρὸ μόχθο, ποὺ σχεδὸν ποτὲ δὲν γνώρισε μία δίκαιη ἀμοιβή. Τὰ μελανὰ αὐτὰ σημεῖα εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐγκατάλειψη τῶν χωριῶν μας ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ (ἐσωτερική καὶ ἐξωτερικὴ μετανάστευση), καθὼς καὶ τὸ δυνάμωμα τῆς ἐξάρτησης τῶν ἀγροτικῶν οἰκισμῶν ἀπὸ τὰ ἀστικὰ κέντρα. Τώρα ἄλλαξε ἡ ζωή. Οἱ γυναῖκες δὲν ζαλώνονται, δὲν ὑφαίνουν, τὰ παίρνουν ἕτοιμα· δὲν ξαίνουν μαλλιά, δὲν λιναρίζουν, ποὺ ξεπλατιζόμαστε ὅλη τὴ νύχτα μὲ τὸ λινάρισμα, νὰ βγάνουμε χώρια τὸ στημόνι καὶ χώρια τὸ ὑφάδι, καὶ νὰ κεντᾶμε στὸν ἀργαλειὸ τὸν οὐρανὸ μὲ τ΄ ἄστρα.

Τώρα πλένουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ πάνε καὶ τοὺς τὰ κάνουν ὅλα ἕτοιμα καὶ δὲν κουράζονται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ χειροποίητη δουλειά, οὔτε στὴ στερεότητα οὔτε ἀλλοῦ, δηλώνει γυναίκα ἀγροτικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία, μὲ τὴ νοσταλγία τοῦ παρελθόντος, ζωντανεύει τὶς ἀναμνήσεις της, νοσταλγεῖ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ διατηρεῖ τὴν ψυχραιμία της, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκτιμᾶ σωστὰ τὴν ὑπεροχὴ τῶν σημερινῶν ὅρων ἐργασίας ἢ τὴν πρόοδο ποὺ συντελέστηκε στὸ θέμα τῶν διακρίσεων ἀνάμεσα στὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναίκα [10]. Καὶ τὰ λόγια της ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα πὼς δὲν πρέπει νὰ γυρίσουμε πίσω καί, ἀκόμη, πὼς ἡ ἀστικοποίηση τοῦ χωριοῦ δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴν ἐπιστροφὴ σ΄ αὐτό, στὴν ἐπιστροφὴ στὴ φύση τῶν κατοίκων, πού, κάποτε, ἀναγκάσθηκαν νὰ φύγουν. Κίνητρο, καὶ ὄχι ἐμπόδιο στὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὴ φύση, στὴ μοναδικὴ ὀμορφιὰ τῆς ἁρμονικῆς συνύπαρξης, ἀποτελεῖ καὶ ἡ καθημερινὴ ὀδύσσεια ἐπιβίωσης τῶν κατοίκων τοῦ πλανήτη μας ποὺ ζοῦν καὶ ἐργάζονται σὲ χώρους ἀστικούς, σὲ πόλεις ἀνθρωποκτόνες. Ὁ ἄνθρωπος παλεύει πάντοτε γιὰ τὸ ζῆν, σημειώνει ἡ Σήλια Νικολαΐδου.

Δὲν ἔχει μπορέσει ἀκόμα ν΄ ἀντιτάξει στὸ «ζῆν» τὸ εὖ ζῆν. Στὶς πόλεις, ποὺ πίστεψε πὼς θὰ κατάφερνε περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι στὴν ὕπαιθρο νὰ πραγματώσει τὸ «εὖ ζῆν», συνειδητοποίησε καὶ κάθε μέρα ἐπιβεβαιώνεται γι’ αὐτὸ τὶς δυσκολίες μίας τέτοιας προσπάθειας. Ὁ χῶρος τῆς σύγχρονης πόλης, μέσα ἀπὸ τὶς παραγωγικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις, ποὺ ἀναπτύσσονται σ’ αὐτόν, μεταβάλλεται, ταυτόχρονα, σὲ χῶρο ἀνθρώπινο καὶ ἀπάνθρωπο, σὲ χῶρο ἐπαφῆς καὶ ἀποξένωσης, σὲ χῶρο ἐλευθερίας καὶ ὑποταγῆς. Στὸν ἄνθρωπο τῆς πόλης, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποξένωσή του, τοῦ ἀπέμεινε νὰ ὀνειρεύεται πέντε μέρες στὶς ἑπτά, πότε θὰ φτάσει τὸ Σάββατο γιὰ νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὸν τσιμεντένιο κλοιὸ ποὺ τὸν περικυκλώνει, νὰ πάει στὸ ἐξοχικό, στὸ χωριό του, νὰ πάει κάπου ἔξω, μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, στὴν ὁποία κάποτε μὲ τόση ἐλπίδα προσέτρεξε. Ἡ σύγχρονη πόλη τὸν διώχνει μακριά, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸν κρατήσει παρὰ μόνο ὡς ὅμηρο. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ κάτοικός της τῆς τὸ ἀνταποδίδει. Δείχνει, μὲ κάθε πὼς τὴν ἀποστρέφεται [11]. Ὁ χρόνος τῆς καθημερινότητάς του στὴν πόλη δὲν εἶναι ὑφασμένος καὶ συνυφασμένος χρόνος εἶναι ράκη, κουρέλια τοῦ χρόνου.

1 Deborah Stevenson, Πόλεις καὶ ἀστικοί πληθυσμοί, μετάφρ. Ἰουλία Παντάζου, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2007, σ. 40.

2 Μ. Γ. Μερακλής, Λαογραφικά Ζητήματα, ἐκδ. Μπούρα, Ἀθήνα 1989, σ. 65.

3 Δημ. Σ. Λουκάτος, Σύγχρονα Λαογραφικά, ἐκδ. Φιλιππότη, Ἀθήνα 2003, σ. 6.

4 H. Lefebvre, Ἡ καθημερινὴ ζωὴ στὴ σύγχρονο κόσμο, μετάφρ. Δανάη Μυλωνάκη, ἐκδ. Ράππα, Ἀθήνα 1979, σ. 100.

5 Σήλια Νικολαΐδου, Ἡ κοινωνική ὀργάνωση τοῦ ἀστικοῦ χώρου, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1993, σ. 17.

6 Στ. Δαμιανάκος, Ἀπὸ τὸν χωρικὴ στὸν ἀγρότη. Ἡ ἑλληνικὴ ἀγροτικὴ κοινωνία ἀπέναντι στὴν παγκοσμιοποίηση, μετάφρ. Ἀθηνᾶ Βουγιούκα, ἐκδ. Ἐξάντας/ Ε.Κ.Κ.Ε., Ἀθήνα 2002, σ. 305.

7 Σήλια Νικολαΐδου, Εἰσαγωγὴ στὴν κοινωνιολογία τοῦ χώρου. Κοινωνιολογική ἀνάλυση τῶν δομημένων μορφῶν τοῦ χώρου, ἐκδ. Παπασωτηρίου, Ἀθήνα 1984, σ. 28.

8 Μ. Γ. Μερακλής, Ὁ σύγχρονος ἑλληνικὸς λαϊκὸς Πολιτισμός, ἐκδ. Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ὥρα, Ἀθήνα 1973, σ. 57.

9 Μ. Γ. Μερακλής, Λαογραφικὰ Ζητήματα, ἐκδ. Μπούρα, Ἀθήνα 1989, σ. 83.

10 Μ. Γ. Μερακλής, Λαογραφικὰ Ζητήματα, ἐκδ. Μπούρα, Ἀθήνα 1989, σ. 83.

11 Σήλια Νικολαΐδου, Ἡ κοινωνικὴ ὀργάνωση τοῦ ἀστικοῦ χώρου, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1993, σ. 398.

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα