Τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ

 

Δρ. Ἐρατῶς Ζέλλιου–Μαστοροκώστα

φιλολόγου-ἱστορικοῦ- ἐπ. προϊσταμένη Δ.Ε. 

 

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ πρῶτος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ἐπαναλειτουργεῖ τὴν πατριαρχικὴ Σχολὴ Κων/πόλεως ἣ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ, ὅπως ὀνομάζεται μετὰ τὴν ἅλωση, ἡ ὁποία εἶναι τὸ φυτώριο τῶν ἀξιωματούχων κυρίως τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ οἱ ἐλάχιστοι λόγιοι (1) ποὺ ἔμειναν στὴν Κων/πολη, τὴ Θεσ/νίκη καὶ σὲ ἄλλες πόλεις συγκεντρώνουν γύρω τους μικρὸ ἀριθμὸ μαθητῶν. «Τούτων οἱ μαθηταὶ περιβληθέντες τὸ ἱερατικὸν σχῆμα –διότι οἱ Τοῦρκοι ἐσέβοντο πῶς μόνον τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς ἰατροὺς- ἐδίδασκον τὰ γράμματα εἰς περιωρισμένον κύκλον μαθητῶν ἐν μοναῖς ἢ ναοῖς. Ἡ παιδεία τότε ἤρχιζε διὰ τῶν ἱερῶν γραμμάτων τῆς Ὀκτωήχου, τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων» (2). Τὸ 1593 μία συνοδικὴ πράξη -ἔγινε ἐπὶ Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐπανειλημμένως τὰ ἔτη 1572-1595- ὁρίζει στοὺς κατὰ τόπους ἐπισκόπους νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὴ σύσταση καὶ συντήρηση σχολείων «ὥστε τὰ θεῖα καὶ ἱερὰ γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθεῖν δὲ κατὰ δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καὶ τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐὰν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχωσιν» (3).

Μὲ τὴν προστασία λοιπὸν τοῦ κλήρου ἐνισχύεται ἡ παιδεία στὸν ὑπόδουλο Ἐλληνισμό, ἀφοῦ ἱδρύονται καὶ συντηροῦνται μικρὰ ἔστω καὶ ταπεινὰ σχολεῖα πλησίον τῶν ἐπισκόπων, τὰ ὁποῖα στεγάζονται κυρίως στὰ κελλιὰ πού εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν ναῶν καὶ τῶν μονῶν, τὰ γνωστὰ μετέπειτα «κοινὰ ἣ γραμματοδιδασχολεῖα». Συνήθως, ὅπου ὑπῆρχαν κοινὰ σχολεῖα δημιουργοῦνται ἀνώτερα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται καὶ μὲ δωρεὲς καὶ κληροδοτήματα πλουσίων Ἑλλήνων, ὅπως τὰ Ζωγράφεια Διδασκαλεῖα (ἀρρένων καὶ θηλέων) στὸ Κεστοράτι τῆς Β. Ἠπείρου 1873-1892. Ὅπου ὅμως οἱ τοπικὲς τουρκικὲς ἀρχὲς εἶναι ἰδιαιτέρως αὐστηρὲς τὰ σχολεῖα δὲν ἔχουν συνεχῆ καὶ ἀπρόσκοπτη σχολικὴ δράση-ζωὴ καὶ τότε λειτουργοῦν κρυφὰ. Κρυφὰ σχολειά πρέπει νὰ λειτουργοῦσαν μετὰ τὴν ἅλωση σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τῆς Β. Βαλκανικῆς, τῆς Ἀν. Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας, διότι εἶχαν ἀνάγκη ἀπό ἱερεῖς καὶ ψάλτες ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες ἤθελαν τὰ παιδιὰ τους νὰ μάθουν γράμματα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τοῦρκος περιηγητὴς Χατζὴ Κάλφα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες στέλνουν τὰ παιδιὰ τους στὸ Ἅγιον Ὄρος ʺμὲ τὸ σωρὸʺ γιὰ νὰ μάθουν γράμματα. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ λειτουργοῦσαν κρυφά, δὲν τὰ ἀναφέρουν οἱ τῶν σκοτεινῶν αἰώνων συγγραφεῖς, διότι ἡ ἀναφορὰ θὰ ἦταν μοιραία γιὰ τοὺς διδασκάλους καὶ τὸν Ἑλληνισμὸ (4). Ἀπόδειξη ὅτι καὶ τὸ τυπογραφεῖο, πού ἔκανε ὁ πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις στὴν Κων/πολη, τὸ ἔκλεισαν οἱ Τοῦρκοι μετὰ ἀπὸ ὀλίγους μῆνες καὶ τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό (1714-1779), ἐπειδὴ ἵδρυσε σχολεῖα καὶ ἐπειδὴ προέτρεπε τοὺς Ἕλληνες νὰ στέλνουν τὰ παιδιὰ τους στὸ σχολεῖο, τὸν κρέμασαν στὸ χωριὸ Κολικόντασι τῆς Β. Ἠπείρου.

Ὁ Στέφανος Κανέλλος ὅμως -ποὺ γεννήθηκε τὸ 1792, σπούδασε ἰατρικὴ στὴ Δύση -ἔλαβε διδακτορικὸ δίπλωμα ἰατρικῆς- λογοτέχνης καὶ μουσικὸς ποὺ ἔγραψε καὶ μελοποίησε φλογερὰ πατριωτικὰ θούρια καὶ ἔσπευσε ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι, ὅπου δίδασκε, στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα καὶ σκοτώθηκε στὴν Κρήτη το 1823- γράφει σὲ ἐπιστολή του τὸ 1822 στὸν φιλέλληνα γερμανὸ συγγραφέα Ἴκεν ὅτι τὰ παιδιὰ πήγαιναν κρυφὰ στὸ σχολεῖο. Ὁ δὲ Φῶτος Χρυσανθακόπουλος (Φωτᾶκος), ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τὸ 1798, φιλικὸς καὶ ὑπασπιστὴς τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη, γράφει τὸ 1829 στὰ Ἀπομνημονεύματά του, ποὺ ἐκδόθηκαν τὸ 1858: ʺΜόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον διὰ τὴν Παιδείαν, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸ νὰ μανθάνουν τὰ κοινὰ γράμματα καὶ ὀλίγην ἀριθμητικὴν ἀκανόνιστον. Ἐν ἐλλείψει δὲ διδασκάλου ὁ ἱερεὺς ἐφρόντιζεν περὶ τούτου. Ὅλα αὐτὰ ἐγίνοντο ἐν τῷ σκότει καὶ προφυλακτὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκουςʺ (5). Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διηγεῖται στὸν ἀπομνηματογράφο του Γεώργιο Τερτσέτη: ʺΕἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος, ὅταν ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτι τι, σχολεῖα, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν… Τὸ ψαλτήρι, τὸ κτωήχι (6), ὁ μηναῖος (7), ἄλλαι προφητεῖαι ἦσαν τὰ βιβλία, ὅπου ἀνέγνωσαʺ (8). Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχαν σχολεῖα, ποὺ ἔμαθε ὁ Κολοκοτρώνης νὰ διαβάζει; Δίπλα σὲ κάποιον ἱερέα, σὲ κάποιο κρυφὸ σχολειό, ὅπου δίδασκε ἕνας Ἕλληνας, πού γνώριζε ἀνάγνωση καὶ γραφὴ. Ὅτι ὑπῆρχαν κρυφὰ σχολειὰ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία τὸ ἐπιβεβαιώνουν καὶ ὁ πίνακας τοῦ Ν. Γύζη, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τὸ 1842 στὴν Τῆνο καὶ θὰ εἶχε πληροφορίες ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπόδουλους στὴν ἐποχή του Ἕλληνες, καθώς καὶ το ποίημα ʺΚρυφὸ Σχολεῖοʺ τοῦ Ἰ. Πολέμη, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τὸ 1862 στὴν Ἀθήνα καὶ εἶχε ἐπίσης πληροφορίες γιὰ τὰ παλαιότερα ἀλλὰ καὶ τῆς ἐποχῆς του κρυφὰ σχολειὰ στὴ Μακεδονία, Θράκη κ.λπ..

ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (9)

Ἀπ’ ἔξω μαυροφορ’ ἀπελπισιὰ,

Πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι,

Καὶ μέσα στὴ θολόχτιστη ἐκκλησιὰ

(στὴν ἐκκλησία πού παίρνει κάθε βράδυ τὴν ὄψη τοῦ σχολείου),

Τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ

Τρεμάμενο τὰ ὀνείρατα ἀναδεύει

Καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει

Ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ

Τοῦ σκλάβου ἡ ἀλυσόδετη πατρίδα

Βραχνὰ ὁ παπὰς ὁ δάσκαλος ἐκεῖ

Θεριεύει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα

Μὲ λόγια μαγικὰ

Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ πικρότερο ἀγροικᾶ

Τὸν πόνο τῆς σκλαβιᾶς της, ἐκεῖ βλέπει

Τί ἔχασε, τί ἔχει, τί τῆς πρέπει.

 

Κι ἀπ’ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ψηλά,

Ποὺ ἐβούβανε τὰ στόματα τῶν πλάνων

Καὶ ρίχνει καὶ συντρίβει καὶ κυλᾶ

Στὴν ἄβυσσο τοὺς θρόνους τῶν τυράννων,

Κι ἀπὸ τὴ σιγαλιὰ

Ποὺ δένει στὸ λαιμὸ πνιγμοῦ θηλιὰ,

Κι ἀπ’ τῶν προγόνων τὰ ἄφθαρτα βιβλία,

Ποὺ δείχνουν τὰ πανάρχαια μεγαλεῖα,

Ἕνας ψαλμὸς ἀκούγεται βαθὺς

Σὰν μελωδίες ἑνὸς κόσμου ἄλλου

Κι ἀνατριχιάζει ἀκούοντας καθεὶς

Προφητικὰ τὰ λόγια τοῦ δασκάλου

Μὲ μιὰ φωνὴ βαριὰ:

ʺΜὴ σκιάζεστε στὰ σκότη. Ἡ λευτεριὰ,

Σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι,

Τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρειʺ.

 

Καὶ ὁρισμένα ὅμως σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεπαν οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς νὰ λειτουργοῦν, λειτουργοῦσαν σὰν κρυφὰ π.χ. στὸ χωριὸ Ταξιάρχης Χαλκιδικῆς τὸν 19ο αἰῶνα τὸ σχολεῖο, τὸ ὁποῖο στεγαζόταν σὲ μικρὴ αἴθουσα τοῦ αὐλείου χώρου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ, στὴν ὁποία σήμερα στεγάζεται τὸ ἐκκλησιαστικὸ μουσεῖο, λειτουργοῦσε μόνο τὸ βράδυ, ὅπως ἔλεγαν ὁ Δημήτρης Παπαϊωάννου, πού ἀποφοίτησε πρὶν ἀπὸ τὸ 1880 καὶ μετὰ ὑπηρέτησε ὡς δάσκαλος στὸ σχολεῖο αὐτό, ὁ Γεώργιος Ζέλλιος, πού ἀποφοίτησε πρὶν ἀπὸ το 1890 καὶ πολλοὶ ἄλλοι παλαιοὶ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, διότι οἱ Τοῦρκοι ἀστυνομικοὶ καὶ ὑπάλληλοι, πού πήγαιναν ἀπὸ τὸν Πολύγυρο καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη τῆς Χαλκιδικῆς –στὸν Ταξιάρχη (10) δὲν πήγαιναν τουρκικὲς ἀρχές- ἔφευγαν ἐνωρὶς τὸ ἀπόγευμα καὶ δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ συλλάβουν τοὺς μαθητές καὶ νὰ τοὺς κάνουν γενιτσάρους. Λειτουργοῦσε τὸ βράδυ καὶ γιὰ νὰ διδάσκουν οἱ δάσκαλοι τὰ ἐπιτεύγματα τῶν προγόνων μας, τὴν ἔνδοξη ἑλληνικὴ ἱστορία. Καὶ ξένοι γράφουν γιὰ τὸ κρυφὸ σχολειό, ὅπως ὁ Γάλλος René Puayx στὸ βιβλίο του «The Sorrows of Ἐρίτης»: «…κουβεντιάζω μὲ τοὺς ἐκπαιδευτικούς. Ἡ περιγραφὴ τῶν προσπαθειῶν τους νὰ συντηρήσουν τὴν ἑλληνικὴ ἱδέα κάτω ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐξουσία, προσπάθειες πού τὶς περιέγραφαν ἁπλά, σὰν νὰ ἦταν γιὰ κάτι τελείως φυσικό, ἀποκάλυπταν χαρακτηριστικὰ ἀξιοθαύμαστα. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀφιερώσει ἕνα ὡραῖο κεφάλαιο στὸ σῶμα τῶν Ἑλλήνων δασκάλων τῆς Ἠπείρου, πού ἀντιμετωπίζοντας τόσες ἀντιξοότητες καὶ ταπεινώσεις, δὲν ἔπαυαν ἕνεκα τούτου νὰ προχωροῦν τὸ πατριωτικό τους ἔργο. Κανένα ἑλληνικὸ βιβλίο δὲν γινόταν δεκτό, ἄν εἶχε τυπωθεῖ στὴν Ἀθήνα. Ἔπρεπε ὅλα νὰ ἔρθουν ἀπὸ τὴν Κων/ πολη. Ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Ἔτσι, ἔκαναν συμπληρωματικὲς μυστικὲς παραδόσεις, ὅπου χωρὶς βιβλίο, χωρὶς τετράδιο, ὁ μικρὸς Ἠπειρώτης ἐμάνθανε νὰ γνωρίζει τὴν μητέρα πατρίδα του, τὸν ἐθνικὸ του ὕμνο, τὰ ποιήματα καὶ τοὺς ἥρωές του. Οἱ μαθητὲς κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὴν ζωὴ τῶν δασκάλων τους. Ἕνας λόγος ἀστόχαστος ἢ μιὰ καταγγελία θὰ ἦταν μοιραία…». Καὶ ἡ δημοτική μας ποίηση ἐπιβεβαιώνει τὴ λειτουργία τοῦ κρυφοῦ σχολείου:

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

Φεγγαράκι μου λαμπρὸ

Φέγγε με νὰ περπατῶ,

Νὰ πηγαίνω στὸ σχολειό,

Νὰ μαθαίνω γράμματα,

Γράμματα, σπουδάγματα,

Τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα.

Νομίζω τὰ ἱστορικὰ ἀπομνημονεύματα, γραφέντα ἀπὸ αὐτόπτες καὶ εἰδήμονες τῶν προσώπων καὶ πραγμάτων ἄνδρες, ἔχουν μεγάλη ἀξία ὡς ἱστορικὴ πηγή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄγραφη παράδοση, ποὺ κράτησε στοὺς σκοτεινοὺς αἰῶνες ἀναμμένη σὲ ὅλο τὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμὸ τὴ σπίθα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ κεράκι τῆς Ὀρθοδοξίας, δὲν ὑστερεῖ ὡς ἱστορικὴ πηγὴ, καὶ ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη τῶν κρυφῶν σχολείων κατὰ τὴν Τουρκοκρατία.

1. Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, 6,7-10.

2. Παπὰς Π.Ν., Ἐκπαίδευσις, Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (Δρανδάκη), τ. 1, 6. 628.

3. Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, σημ. 1, 6. 19.

4. Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, σημ. 1, 6. 11. Στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ὁποῖο εἶχε κάποια προνόμια, πρέπει οἱ μοναχοὶ νὰ δίδασκαν τὰ ἀναγκαῖα γράμματα γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας.

5. Φ. Χρυσανθακόπουλος, Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθῆναι, Ἑταιρ. Πελποννησιακῶν σπουδῶν, 1974, τ. 1, 6. 36.

6. Ὀκτάηχος.

7. Μηνολόγιο.

8. Γ. Τερτσέτης, Ὁ γέρων Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπὸ τὸ 1770-1836. Ὑπαγόρευσε Θ. Κ. Κολοκοτρώνης, Ἀθῆναι 1846.

9. Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ ʺἈλάβαστρα 1900ʺ.

10. Τὸ χωριὸ Ταξιάρχης βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ Χολομῶντα καὶ πολλοὶ νέοι ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴ, ἐπειδὴ δὲν ἀνέχονταν τὸν τουρκικὸ ζυγό, γίνονταν κλέφτες καὶ ζοῦσαν ἐλεύθεροι στὸ δάσος τοῦ Χολομῶντα. Αὐτοὺς φοβόνταν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἔφευγαν ἐνωρὶς ἀπὸ τὸ χωριὸ αὐτὸ.