Μιχαήλ Μπέης – Ο γενναίος και η Ρωμηοσύνη

π. Κωνσταντίνου Πετράκη

διδάκτορος Θεολογίας

Τὸ τέλος τοῦ 16ου αἰῶνα καὶ οἱ ἀρχὲς τοῦ 17ου σημάδεψε μία ἐξαιρετική, πολιτικὴ καὶ πνευματικὴ συνάμα προσωπικότητα τῶν Βαλκανίων, ἡ ὁποία συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴ μοῑρα τῆς Ρωμηοσύνης. Ἦταν ὁ Μιχαὴλ Μπέης, ὁ ἐπονομαζόμενος «Γενναῖος», ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας ἀπὸ τὸ 1593 ἕως τὸ 1601. Ἡ μητέρα του ἦταν ἡ Θεοδώρα Καντακουζηνοῦ, θυγατέρα τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ, ἄρχοντα τῆς Πόλεως. Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ Πατράσκου ὁ Ἀγαθόψυχος, ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας.

 

Περιοχή υπό τον έλεγχο του Μιχαήλ Μπέη (Μάιος – Σεπτέμβριος 1600)
ΠΗΓΗ: Wikimedia ΑΔΕΙΑ: CC BY-SA 3.0

Ὁ Μιχαήλ, κληρονόμος μιᾶς τεράστιας περιουσίας στὴ νότια Βλαχία, γίνεται τοπικὸς ἄρχοντας στὴ γνωστὴ πόλη Κραγιόβα. Ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ πατέρα του τὸν θέλουν νεκρὸ καὶ ἐκτὸς πολιτικῆς σκηνῆς. Καταδικάζεται εἰς θάνατον, μὲ τὴν κατηγορία τῆς προδοσίας, καὶ ὁρίζεται ὁ ἀποκεφαλισμός του στὴν ἀγορὰ τῆς πόλης. Ὁ Μιχαὴλ δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο καὶ ζητᾶ ἀπὸ τὸν δήμιό του νὰ μὴν τοῦ σκεπάσει τὸ πρόσωπο, ὅπως συνήθιζαν ἐκείνη τὴν ἐποχή. Τὸ φοβερὸ καὶ διαπεραστικὸ βλέμμα τοῦ Μιχαὴλ κάνει τὸν δήμιο νὰ τρέμει, νὰ πετάξει τὸ τσεκούρι καὶ νὰ τρέξει οὐρλιάζοντας. Ἔτσι ἀφήνεται ἐλεύθερος, καὶ ὁ Μιχαὴλ θὰ κρατήσει τὸ συγκεκριμένο τσεκούρι, ποὺ θὰ γίνει τὸ ἀχώριστο ὅπλο του σὲ ὅλες τὶς μάχες.

Μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὁ Μιχαὴλ καταφέρνει νὰ γίνει ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας τὸ 1593, πληρώνοντας στὸν Σουλτᾶνο ἕνα χωρὶς προηγούμενο χρηματικὸ ποσό. Ὁρκίζεται μυστικὰ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Δεάλου, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ πνευματικός του πατέρας, ὅτι θὰ ἀγωνιστεῖ μέχρι θανάτου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς χώρας ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Σὲ κάθε μάχη φοροῦσε μόνον ἕνα λευκὸ πουκάμισο (σύμβολο τῆς καθαρῆς θυσίας του) καὶ τὸ γούνινο καπέλο μὲ τὸ ἔμβλημα τῆς χώρας, ἔχοντας πάντα τὸ τσεκοῦρι στὸ χέρι. Τὴν 13ην Νοεμβρίου τοῦ 1594 ὁ Μιχαὴλ σκοτώνει τὴν τουρκικὴ φρουρὰ στὸ Βουκουρέστι, ποὺ εἶχε ὡς ἀποστολὴ τὴν παρακολούθηση τοῦ Ρουμάνου βοεβόδα καὶ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποταγῆς του στὴν Ὑψηλὴ Πύλη. Ὁ Σουλτᾶνος Μεχμὲτ Γ΄ εἶχε ἀρκετὲς ἀμφιβολίες σχετικὰ μὲ τὴ στάση τοῦ Μιχαήλ, διότι στὴν τελετὴ παραλαβῆς τοῦ φιρμανιοῦ ἡγεμονίας τῆς Βλαχίας ὁ Ρουμᾶνος ἄρχοντας δὲν ἔσκυψε νὰ φιλήσει τὸ παπούτσι τοῦ Σουλτάνου.

Ὁ Μιχαὴλ ξεκινᾶ ἀμέσως αἰφνιδιαστικὲς ἐπιδρομὲς κατὰ τῶν κάστρων καὶ τῶν πύργων ποὺ ἔλεγχαν οἱ Τοῦρκοι στὶς δύο ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Δούναβη, προκαλώντας μεγάλες ζημιὲς καὶ ἐκτοπίζοντας τὸ τουρκικὸ στοιχεῖο ἀπὸ τὴν περιοχή. Ὁ Σουλτᾶνος, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1595, στέλνει στρατὸ ἀποτελούμενο ἀπὸ 20.000 στρατιῶτες ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Σινὰν Πασᾶ. Δίπλα του, ὁ Μεγάλος Βεζίρης ἔχει τὸν Χασὰν Πασά, Μπεηλέρμπεη τῆς Ρούμελης (δηλαδὴ τῆς Εὐρώπης), ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀντικαταστήσει τὸν Μιχαήλ.

Ὁ Ρουμᾶνος πρίγκιπας ἔχει μαζέψει περίπου 10.000 στρατιῶτες καὶ 12 κανόνια. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πολεμιστὲς 2.000 ἦταν Οὗγγροι, καὶ οἱ τοπικὲς παραδόσεις λένε ὅτι ἀρκετοὶ Ἕλληνες ἦρθαν νὰ πολεμήσουν δίπλα στὸν Μιχαήλ, χωρὶς νὰ ξέρουμε ὅμως τὸν ἀκριβῆ ἀριθμό τους. Ὁ Γενναῖος ἀφήνει τοὺς Τούρκους νὰ περάσουν ἀνενόχλητοι τὸν Δούναβη καὶ τοὺς περιμένει στὸ Καλουγαρένι, ὅπου τὸ ποτάμι δημιουργοῦσε πολλοὺς βάλτους μὲ λάσπη, ἔντομα καὶ ἑρπετά, πράγματα ποὺ ἤξερε ὅτι δυσκόλευαν τὸν τουρκικὸ στρατό. Ἀφήνει ὡς μοναδικὴ ἀσφαλῆ ὁδὸ μία ξύλινη στενὴ γέφυρα.

Οἱ Ρουμᾶνοι τοξότες καὶ τὰ κανόνια προκαλοῦν στὴν πρώτη φάση μεγάλες ἀπώλειες στὸν ἐχθρό. Ἡ μοῖρα τῆς σύγκρουσης ἀποφασίζεται πάνω στὴ γέφυρα, ὅπου ἡ ἐντυπωσιακὴ καὶ ἀσυνήθιστη ἐμφάνιση τοῦ Μιχαήλ, καθὼς καὶ ἡ τρομερὴ δεξιοτεχνία του μὲ τὸ τσεκούρι διαλύει τὸ τουρκικὸ ἱππικό.

Οἱ πασάδες γλυτώνουν καὶ περνοῦν μὲ ἀσφάλεια τὸν Δούναβη, καταφέρνοντας νὰ συμμαζέψουν τὸν στρατό τους. Ὁ Ρουμᾶνος ἡγεμόνας δὲν τοὺς κυνηγᾶ γιὰ στρατηγικοὺς λόγους. Εἶχε πετύχει τοὺς στόχους του, ἀφοῦ προκάλεσε τεράστια ζημιὰ στοὺς Τούρκους· πάνω ἀπὸ 7.000 νεκρούς, τοὺς κατέστρεψε τὸ ἠθικὸ καὶ κέρδισε ἀρκετὸ χρόνο γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἀναμονὴ τῆς στρατιωτικῆς βοήθειας ἀπὸ τὶς γειτονικὲς χῶρες. Ἡ τελικὴ μάχη δόθηκε στὴν πόλη Τζιούρτζιου, τὸν μῆνα Ὀκτώβριο τοῦ 1595, δίπλα στὸν Δούναβη, ὅπου ὁ στρατὸς τοῦ Μιχαήλ, μαζὶ μὲ τοὺς 20.000 στρατιῶτες ἀπὸ τὴν Τρανσυλβανία, διέλυσε κυριολεκτικὰ τὸν τουρκικὸ στρατό.

Μιχαήλ Μπέης

Μιχαήλ ο Γεναίος

Οἱ ἱστορικοὶ διαφωνοῦν γιὰ τὴ συνέχεια τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Μιχαήλ. Ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν πέρασε τὸ μεγάλο ποτάμι, διότι δὲν εἶχε τόσο στρατὸ καὶ προμήθειες ὥστε νὰ πολιορκήσει τὴ Βασιλεύουσα. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἔφθασε μέχρι τὴν  Ἀδριανούπολη.

Τὸ στοιχεῖο ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ὅλες τὶς ἱστορικὲς πηγὲς εἶναι ὁ πόθος γιὰ τὴ λευτεριὰ καὶ ὁ θαυμασμὸς τῶν Ρωμηῶν γιὰ τὸν Μιχαὴλ τὸν Γενναῖο. Ἐπίσης, ὁ βουλγαρικὸς πληθυσμὸς τὸν ἔβλεπε ὡς ἕναν χαρισματοῦχο ἐλευθερωτή. Οἱ λαοὶ τῶν Βαλκανίων τὸν ὀνόμασαν «Ὁ Ἀστὴρ τῆς Ἀνατολῆς». Ὁ Ρουμᾶνος ἡγεμόνας εἶχε ξυπνήσει τὶς ἐλπίδες τῶν Βαλκανίων γιὰ τὴ λευτεριά. Σημειωτέον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μιχαὴλ Μπέης δὲν τιμήθηκε μὲ ὕμνους ἢ δημοτικὰ τραγούδια ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του γιὰ 200 χρόνια, ἴσως λόγῳ τῆς αὐστηρῆς κοινωνικῆς του πολιτικῆς. Τιμήθηκε ἀμέσως, ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὸ πλῆθος τῶν ποιημάτων καὶ τραγουδιῶν, ἀπὸ τοὺς Ρωμηοὺς καὶ τοὺς Βουλγάρους.

Μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ἀναβρασμό, ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Β΄ μαζεύει χρήματα, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Μιχαὴλ νὰ συγκεντρώσει τὸν ἀπαιτούμενο στρατό. Οἱ κατάσκοποι τῆς Ὑψηλῆς Πύλης μαθαίνουν γιὰ τὶς ἐνέργειες τοῦ ἱεράρχου καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀναγκάζεται νὰ τὸν καθαιρέσει καὶ ὁ ἴδιος νὰ φύγει στὸ ἐξωτερικό. Πάντως οἱ Ρωμηοὶ σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη διηγοῦνται τὰ κατορθώματα καὶ τὴ γενναιότητα τοῦ Μιχαήλ. Ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Σταυρινός, στενὸς σύμβουλος τοῦ Ρουμάνου πρίγκιπα, τὸ σχέδιο τοῦ Γενναίου ἦταν νὰ ξεκινήσει ἐκστρατεία γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης καὶ τῆς Ἁγίας Σοφίας. 

Θὰ παραθέσουμε στὴ συνέχεια δημοτικὰ τραγούδια καὶ θρήνους ποὺ δημιούργησαν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ οἱ πρόσφυγες Ρωμηοὶ γιὰ τὸν Μιχαὴλ Μπέη τὸν Γενναῖον.

«Μιχὰλ-μπέης μας κίνησε
νὰ πάει νὰ πολεμήσει.
Παίρνει βαγγέλια ἀπ’ τὴ Βλαχιὰ καὶ
τὸν σταυρὸ ἀπ’ τὴν Πόλιν.
Μπροστὰ παένει ὁ σταυρός,
κατόπι τὰ βαγγέλια,
Μιχὰλ-μπέης ἀνάμεσα
σὰν ἥλιος, σὰν φεγγάρι.

….

Ὁ καραούλης φώναξεν,
ὁ καραούλης λέει:
Νὰ μετροῦμεν τ’ ἀσκέρι μας,
νὰ μετροῦμεν τὸ σεφέρι.
Μετροῦν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φορές, τοὺς
λείπουν τρεῖς χιλιάδες.
Μετροῦνε τὰ Βλαχόπουλα,
τοὺς λείπουν τρεῖς νομάτοι»,

Ἕνα ἄλλο ποίημα βρίσκεται σὲ χειρόγραφο τοῦ 18ου αἰῶνα στὴ Μονὴ Σιμωνόπετρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους:

Στίχοι εἴκοσι καὶ δύο εἰς Μιχαὴλ
τὸν Βοεβόδαν

ἀρχή:
Δοῦκα καὶ πρωτομάστορα πάσης
Τρανσυλβανίας
Μιχαὴλ βοεβόδα δέ,
αὐθέντ’ Οὑγγροβλαχίας.

τέλος:
Ἐκέρδισες παντοτινὴν δόξαν
εἰς τὸν αἰῶνα
Καὶ φήμην τὴν ἀθάνατον
διὰ τὸν καλὸν ἀγῶνα.

Μία ἄλλη συγκλονιστικὴ μαρτυρία εἶναι τὸ ἔπος τοῦ Σταυρινοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε βηστιάρης τοῦ Ρουμάνου πρίγκιπα. Τὸ ἔργο ἔχει τὸν τίτλο «Ἀνδραγαθίες τοῦ εὐσεβεστάτου καὶ ἀνδρειοτάτου Μιχαὴλ Βοεβόδα» καὶ ἐκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1638, λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μιχαήλ (1601).

«Ἄν θέλετε νὰ μάθετε
καὶ μένα τὴν πατρίδα,
Μαλσιανὴ ἡ χώρα μου,
τοῦ Δέλβινου μερίδα.
Τὸ ὄνομά μου Σταυρινός,
βηστιάρης τὸ ᾿πινόμη.
Μόνος μου ἐγὼ τὸ ἔγραψα
μὲ τὴ δική μου γνώμη».

Στὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ ἔργου, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ ἱερομονάχου Νεοφύτου, μαθαίνουμε ὅτι ὁ Σταυρινὸς γύρω στὸ 1631 σκοτώθηκε μαζὶ μὲ τὸν υἱό του Γεώργιο ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Στέφανο Τόμσα, χωρὶς νὰ φταίει μὲ κάτι, σημειώνει ὁ Νεόφυτος.

Ὁ Σταυρινὸς μαζὶ μὲ τὴ Ρωμηοσύνη θρηνοῦν τὸν χαμὸ τοῦ Μιχαήλ:

«Ὦ πέτραι, νῦν ραγίσετε,
δένδρα ξερριζωθῆτε,
καὶ σεῖς βουνὰ θρηνήσετε,
καὶ κάμποι λυπηθῆτε,
ὅτι τὸν ἐστερεύθηκαν
ὅλα τὰ παλληκάρια,
ἐκεῖνον ὅπου τρόμαζαν
καὶ δράκοι καὶ λεοντάρια,
ἐκεῖνον ποὺ ἐκόπιαζε
διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν,
καὶ θάρρειεν νὰ λειτουργηθῆ
μέσ’ στὴν Ἁγίαν Σοφίαν.»

Ἡ σπουδαιότητα τοῦ ἔργου τοῦ Σταυρινοῦ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ ἀπήχησή του. Γνώρισε πάρα πολλὲς ἐκδόσεις καὶ τὸ συναντᾶμε σὲ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς αὐλές, εἰδικὰ στὶς αὐλὲς τῶν ὀρθοδόξων ἡγεμόνων. Ὁ μεγάλος στρατηγὸς τῆς Βλαχίας, ὁ Μιχαὴλ ὁ Γενναῖος, κατάλαβε καὶ σεβάστηκε τὴ σπουδαιότητα τῆς Ρωμηοσύνης, μὲ πνευματικὸ κέντρο τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἁγία Σοφία.

Ἡ Δύση ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴ φήμη του καὶ τὸν ἀνένδοτο χαρακτῆρα του, διότι, ὡς γνωστόν, ὁ Μιχαὴλ δὲν ἔσκυβε τὸ κεφάλι του σὲ ἔνδειξη ὑποταγῆς. Μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ αὐστριακοῦ αὐτοκράτορα, ὁ συνταγματάρχης Γεώργιος Μπάστα μαχαίρωσε πισώπλατα τὸν Μιχαὴλ καὶ πέταξε τὸ σῶμα του. Ὅμως ὁ χαμός του ἔγινε ἡ θυσία ποὺ ἔτρεφε στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν πόθο τῆς ἐλευθερίας σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς τῶν Βαλκανίων.

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα